δαγκανίδια άνευ λόγου ….

Μουσική

Του κόσμου τα λιμάνια

Λιμάνια.

Παντοτινοί τόποι συναντήσεως και αποχωρισμού.

Λιμάνια προσωπικά αγαπημένα- η Σαλονίκη, ο Πειραιάς, το Μεγάλο Κάστρο της Μεσογείου, η Casablanka.

Λιμάνια της ποίησης και της λογοτεχνίας- η Αλεξάνδρεια του Καβάφη, η Μασσαλία του Izzo, και το Colombo του Καββαδία.

Λιμάνια των εραστών, των μπαχαρικών και της μουσικής- η Λισαβόνα, το Αλγέρι, το Πράσινο Ακρωτήρι της Cesaria.

Λιμάνια του «μπαλέτου της εργατικής τάξης»- η Boca του Buenos Aires, και η ομάδα-σύμβολο της Καταλονίας.

Λιμάνια της φαντασίας- η Εσκοντίδα του Hugo Pratt και του Corto Maltese και ο Ιπτάμενος Ολλανδός.

Λιμάνια της φτώχειας- το Karachi των φίλων μου –σε πείσμα των νέο-ναζί της Χρυσής Αυγής- και το Μογκαντίσου.

Λιμάνια της ουτοπίας.

(Λεωνίδας, Social Waste, καλοκαίρι 2012)

4439950359_c0374e4314_o

Οι στίχοι για τη Σαλονίκη, τον Γουίλη τη Μασσαλία και τον Νάγκελ Χάρμπορ αποτελούν — προφανώς- αναφορές στο έργο του Νίκου Καββαδία

———————————————————————————————————— (περισσότερα…)

Advertisements

ένα θέμα που σε αφορά

Social Waste – Για να νικήσουν

Είναι ένα θέμα που σε αφορά
Τούτος ο κόσμος δυο μάσκες φορά
Άλλη στο Νότο κι άλλη στο Βορά
Και δεν είναι όλα μια χαρά
Γι’ αυτό δε μπορώ τους μεγάλους του κόσμου
Που προσπαθούνε να φτάσουν εντός μου
Να μου μιλήσουν και να με πείσουν
Για να νικήσουν (περισσότερα…)


Στη γιορτή της Ουτοπίας

Social Waste – Στη γιορτή της Ουτοπίας

Το ελληνικό hip hop συναντάει τον Καββαδία, τον Ναζίμ Χικμέτ, τον George Orwell, και τον Corto Maltese του Hugo Pratt. Tους απεργούς της Χαλυβουργίας, και τους ανθρακωρύχους της Asturias. Μιλάει με «τα λόγια του Γκαλεάνο», «συνδιαλέγεται» με τον Κεμάλ του Γκάτσου και του Χατζιδάκη, και απευθύνεται στον Άλκη Αλκαίο. Ταξιδεύει «στου κόσμου τα λιμάνια», υμνεί τους ταξιδευτές της ουτοπίας, και –πάνω απ’ όλα- εκφέρει ξανά -επιτέλους- λόγο κοινωνικοπολιτικό…

Diego Rivera, «El hombre controlador del universo o El hombre en la máquina del tiempo», 1934, Palacio de Bellas Artes, Ciudad de Mexico

Diego Rivera, «El hombre controlador del universo o El hombre en la máquina del tiempo», 1934, Palacio de Bellas Artes, Ciudad de Mexico

(περισσότερα…)


Cupide

 «Cupide»

Armand Amar

Nomad’s Dance (Music For Dance Classes) III

 


Sunday Night Dark Live

Joy+Division+rehearsal2

(περισσότερα…)


Άτιτλο

«Είναι τόσο κρίμα για τα άσπρα διάφανα κρίνα να είναι τόσο χλωμά»

4fed01c2ecc4e80001000330 (περισσότερα…)


Saturday Night Blues Live

bmxbixbg_guitar-1

(περισσότερα…)


Saturday Night Live II

537503_258235010971530_2116886079_n (περισσότερα…)


Saturday Night Live

guitar

(περισσότερα…)


Dance of the Bad Angel

What a journey, so hard to describeYour harbour so small the ocean so wideSpin the wheel, spin the wheelGo wherever she spinsSurrender to this wave that's rolling inHoming fingers Starting to digRaising expectations Lifting the lidThere's a show going downGoing deeper withinI long to lose myselfInside your skinWhat a feeling under the starsMy body's rotating from Venus through MarsThere's a war going onBetween my head and my heartI wonder how they grewSo far apartI'm so shaken, about to explodeThe myth of kissing princes is they turn into toadsThere's a war going onBetween the sun and the moonBefore they come to terms, we'll be consumed

What a journey, so hard to describe
Your harbour so small the ocean so wide (περισσότερα…)


Schiavi (σκλάβοι)

Il Galeone (Σκλάβοι στα όπλα)

Από πηγές στα ιταλικά και στα αγγλικά το τραγούδι αυτό μάλλον γράφτηκε στη φυλακή Fossombrone το 1967 από τον Belgrado Pedrini, αναρχικό και αντιφασίστα, φίλο του Μαλατέστα σε νεαρή ηλικία. Ο αρχικός τίτλος του ποιήματος ήταν Schiavi (σκλάβοι) και όταν αργότερα μελοποιήθηκε άλλαξε τίτλο σε Il Galeone (Η γαλέρα).

557484_4398818139648_228972700_n

(περισσότερα…)


Μπαλάντα για μια ζοφερή χώρα

Οι μέρες είναι μαγικές
όταν μπορούμε και γελάμε δίχως φόβο
όταν δεν έχει θάνατο του πρωινού καφέ η κουβεντούλα
οι μέρες είναι φυλακές
όταν η νύχτα πλημμυρίζει βαθμοφόρους
οι μέρες είναι φυλακές
όταν χτυπάνε κάρτα οι βασανιστές (περισσότερα…)


Its not easy being green…

Τραγούδια και μουσικές κατά του ρατσισμού

απο το Mic.gr

Γραφει ο Αντώνης Ξαγάς

Οι Ιταλοί είναι φαφλατάδες και καλοί εραστές, οι Γερμανοί ψυχροί και στυγνοί οικονόμοι, οι Άγγλοι φλεγματικοί, οι Έλληνες τεμπέληδες και λεβέντες… Θα μπορούσαμε να συνεχίσουμε επ’ άπειρον την παράθεση ανάλογων στερεότυπων, τα οποία ασφαλώς και δεν περιορίζονται σε επίπεδο εθνών, απαντώνται σε κάθε γεωγραφική μικροκλίμακα, αλλά και κατ’ επέκταση σε κάθε ανθρώπινη υποομάδα, είτε χαρακτηρίζεται από σεξουαλικές είτε από μουσικές ή ακόμη και διατροφικές συνήθειες. Δεν υπάρχει άνθρωπος που να μην υποκύπτει στην ευκολία τους, στην απλουστευτική τους δύναμη η οποία καταφέρνει να τιθασεύσει μια εκστατικά ακατανόητη και τρομακτικά χαοτική πραγματικότητα, τοποθετώντας (βασικά πετσοκόβοντας) την σε βολικά ερμηνευτικά κουτάκια. Κανείς δεν έχει ανοσία…

Διαβάζοντας πάλι την πρώτη πρόταση του κειμένου και προσπαθώντας να βρω την κατάλληλη αλληλουχία προσέγγισης στο ευαίσθητο αυτό θέμα, διαπιστώνω ότι ο ρατσισμός θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί ως ένα ζήτημα …γραμματικής. Ίσως ένας εναλλακτικός (πιθανώς και ακριβέστερος) ορισμός του ρατσισμού να είναι η εστίαση στο επίθετο και όχι στο ουσιαστικό. Παρατηρείται παντού: στην πολιτική, στη μουσική, στην τέχνη ευρύτερα, στη ζωή καθολικότερα. Η αβασάνιστη χρήση των επιθέτων, η αυθαίρετη απόπειρα περιγραφής-απόδοσης-διαστροφής της ουσίας, σε ορισμούς αλλά και περιορισμούς. Ιδιότητες οι οποίες έχουν κάποιο νόημα (και πάλι όχι μονοσήμαντο και αντικειμενικό) στο ατομικό επίπεδο, ιδιότητες όχι κατ’ ανάγκη αρνητικές, προεκτείνονται για να περιγράψουν ανθρώπινα σύνολα. Και έτσι από την ουσία του κάθε Γιάννη, Μαχμούτ ή Φριτς, περνάμε στην επιθετική γενίκευση της ομάδας. Μια γενίκευση η οποία όταν οι συνθήκες το ευνοήσουν μπορεί να μετατραπεί σε κατά κυριολεξία «επιθετική»…
KKKΚαι θα το επαναλάβω. Κανείς δεν έχει ανοσία. Ο ρατσισμός μοιάζει με σπόρο ο οποίος επωάζεται εν υπνώσει, μπορεί να μένει ανενεργός σε λανθάνουσα κατάσταση για χρόνια, αλλά όταν το πολιτικό και κυρίως το οικονομικό περιβάλλον γίνει κατάλληλο, θα ανθήσει πριν κανείς να καταλάβει τι συνέβη. Στη χώρα μας ανατραφήκαμε με τη βολική (αυτο)κολακευτική αφήγηση ότι ο Έλληνας αποστρέφεται εκ φύσεως το ρατσισμό, δεν γνωρίζει από διακρίσεις, αυτά είναι ζιζάνια του διαβόλου που φύονται στη διεφθαρμένη «άθεη» Δύση και όχι εδώ στην ανεκτική Ανατολή. Για τον δε έλληνα του ’50 και του ’60, ο ξένος ήταν κάτι το εξωτικό (σαν τον αράπη του Ζαμπέτα) και λάγνα μακρινό (σαν τις αραπίνες του Τσιτσάνη) ή φυσικά …τουρίστας. Βέβαια η περίφημη ελληνική φιλοξενία περιοριζόταν στη λογική «την ελιά σου, τη ρακί σου και άμε παρακάτω», η αποδοχή του ξενομερίτη (ασχέτως εθνικής καταγωγής μάλιστα) ήταν μεν δεδομένη, εφόσον αυτός δεν είχε διαθέσεις μονιμότερης εγκατάστασης δε. Θυμάστε την ιστορία της «Μεγάλης Χίμαιρας» του Καραγάτση; Ή την υποδοχή που επιφυλάχθηκε στους μικρασιάτες πρόσφυγες, τους διαβόητους «τουρκόσπορους»; Είναι εύκολο να είσαι ανεκτικός με τον ξένο αρκεί αυτός να μην είναι μέσα στην αυλή σου.

Και ο καιρός έχει βέβαια γυρίσματα. Έτσι φτάσαμε στο σήμερα, με τα εγγόνια ακριβώς εκείνων των «τουρκόσπορων» να έχουν γίνει η μήτρα του πιο ακραίου ελληνικού εθνικισμού και τους παππούδες με μια πενιχρή σύνταξη κλειδαμπαρωμένους πίσω από σύρτες και κάγκελα, για να συνειδητοποιήσουμε ότι οι υστερικές λαοθάλασσες με τα χέρια υψωμένα σε ναζιστικό χαιρετισμό δεν ήταν μια γεωγραφικά και εθνικά ορισμένη ανωμαλία της ιστορίας αλλά μία πανταχού παρούσα απειλή και πιθανότητα.

Η δημιουργία των αντισωμάτων πάντως, πριν φτάσουμε στο κοινωνικό σύνολο, περνάει μέσα από τα ίδια τα άτομα. Εντός μας δίνεται η πρώτη (και καθοριστική) αντιρατσιστική μάχη. Θυμάμαι φίλο να μου εξομολογείται έντρομος ένα στιγμιαίο συναίσθημα ενόχλησης που του δημιούργησαν δύο μαύροι που μιλούσαν δυνατά στην ξένη γλώσσα τους μέσα σε ένα τρόλεϊ. Η ανθρώπινη φύση δεν είναι ούτε εγγενώς αγνή και καλή ούτε προπατορικώς αμαρτωλή. Ας κοιτάξουμε μέσα μας, από εκεί θα ξεκινήσει η όποια αλλαγή.

Η μουσική από την άλλη (για να έρθουμε και στα «δικά» μας) ποτέ δεν άλλαξε, ούτε πρόκειται ποτέ να αλλάξει τον κόσμο. Μπορεί όμως να αποτελέσει πηγή έμπνευσης, αφορμή συγκίνησης ή απλά και μόνο το …soundtrack της αλλαγής. Και ίσως μέσα από την ευκόλως προσιτή πλέον ποικιλομορφία της να καταφέρει να εξοικειώσει τον άνθρωπο με την ύπαρξη του διαφορετικού, του άλλου, μέσα από ένα αντι-ρατσιστικό πνεύμα το οποίο όμως δεν μένει στο μαχητικό «αντι-» αλλά προχωρά σε μια θετική έννοια προσέγγισης και εν τέλει ανοχής και κατανόησης.

Ακολουθεί μια επιλογή τέτοιων τραγουδιών και μουσικών, κομματιών αγαπημένων, όπου φυσικά το μήνυμα δεν καταπιέζει το μέσο (η πολιτικοποίηση έχει ουκ ολίγες φορές γίνει το άλλοθι του κάθε ατάλαντου).
Λένα Πλάτωνος1. Εμιγκρέδες της Ρουμανίας – Λένα Πλάτωνος
Μέσα στους σκοτεινούς διαδρόμους μιας πολυκατοικίας… Μυρωδιές κάρυ μπλέκονται με μυρωδιές από τηγανητή σόγια. Τα τριξίματα από τις παλιές υδρορροές, το ασανσέρ και όλοι αυτοί οι ήχοι που κάνουν την πολυκατοικία ώρες-ώρες να μοιάζει ένα ζωντανό σώμα. Φωνές που αντηχούν, άλλες δυνατές, άλλες διακριτικές, λέξεις ξεκόβονται, άλλες γνωστές άλλες ακατάληπτες. Μπύρες στα σκαλοπάτια, μπουγάδες στον ακάλυπτο. «Πόσο μ’ αρέσει ν’ ακούω τους ανθρώπους να ανεβαίνουν με το ασανσέρ και να μιλάνε ρουμάνικα». Μια λεπτεπίλεπτη ανθρώπινη ποιητική της καθημερινότητας, από τα πιο τρυφερά κομμάτια της Λένας, υπαινικτικό, απλό, χωρίς μεγάλα λόγια, χωρίς πομπώδεις διακηρύξεις. «Πιθανότητες ευτυχίας, στην περιοχή της αμερικάνικης πρεσβείας»… Ήταν 1985, θα μπορούσε όμως να είναι οποτεδήποτε…

2. Bein’ Green – Kermit the Frog
«Είναι δύσκολο να είσαι πράσινος» τραγουδά τα βάσανα του ο βάτραχος των παιδικών (και όχι μόνο) χρόνων μας (όχι δεν έλεγε για το …ΠΑΣΟΚ). Αναμφίβολα ο πιο απλοϊκός ρατσισμός είναι αυτός του χρώματος. Γενικά η …χρωματολογική βάση του ρατσισμού είναι σχεδόν σουρεαλιστική αν αναλογιστεί κανείς ότι η ουσιαστική διαφορά ενός λευκού κι ενός μαύρου είναι μια διαφορά στην παραγόμενη ποσότητα μελανίνης, μιας σχετικά απλής πρωτεΐνης, της ίδιας δηλαδή ουσίας την οποία προσπαθούν να παράγουν οι λευκοί πασαλειβόμενοι με διάφορα αμφίβολα σκευάσματα και λιαζόμενοι ολημερίς στις παραλίες. Κι ας μην μπλέξουμε με το περιλάλητο DNA, το κάθε «εθνικό» αίμα (υποθέτω με τα αιμοσφαίρια να κουβαλάνε …σημαιάκια) και τον φετιχισμό των γονιδίων, έννοια την οποία μάλιστα η αιχμή της σύγχρονης επιστήμης αφήνει σιγά-σιγά πίσω. Αλήθεια πάντως, δεν ξέρω πως θα αντιμετώπιζε ο μέσος «ουγκ» ρατσιστής την επίγνωση της γονιδιακής του ομοιότητας με είδη όπως ο χιμπατζής ή η κοινή …φρουτόμυγα…

3. Indian Reservation – Paul Revere & the Raiders
Είναι γνωστό ότι η Ιστορία γράφεται από τους νικητές αλλά και ότι η Ιστορία γράφεται και ξαναγράφεται συνέχεια για να δικαιώσει το εκάστοτε παρόν ή να στηρίξει την αυτοαναφορική αφήγηση ενός έθνους. Στα δικά μας σχολεία μαθαίνουμε από νωρίς για την αποικιακή εξάπλωση των αρχαιοελληνικών πόλεων (η οποία προφανώς πραγματοποιήθηκε εν κενώ) και για την εκστρατεία του Αλεξάνδρου η οποία έγινε προς εκπολιτισμό των «βάρβαρων» Περσών (ως γνωστόν τα φουσάτα του στρατηλάτη δεν κουβαλούσαν δόρυα και τόξα παρά μόνο …ογκώδεις τόμους ελλήνων φιλόσοφων). Έτσι έγινε και με τους επονομαζόμενους (από τον Κολόμβο ο οποίος νόμιζε ότι έφτασε στις …Ινδίες) Ινδιάνους. Αφού τους «ανακαλύψανε», μετά τους εκπολιτίσανε… Όσους δεν είχαν τη διάθεση να δεχθούν τα …φώτα του πολιτισμού, τους έπεισαν με ευλογιά και καυτό μολύβι. Η αντίσταση τους υπήρξε επική και μάταιη (και δυσφημισμένη από ένα ολόκληρο κινηματογραφικό είδος – το western). Και όσους απέμειναν τους έκλεισαν σε θύλακες (τα περίφημα reservations) και ησύχασαν. Το τραγούδι αυτό, φόρος τιμής στην ερυθρόδερμη φυλή, γράφτηκε το 1959, αλλά το έκαναν σουξέ το 1971 ο Paul Revere με το συγκρότημα του.


Billie4. Strange Fruit – Billie Holliday
Κάποιοι λένε (το περιοδικό Time μεταξύ αυτών) ότι είναι το τραγούδι του αιώνα. Η μεγάλη κυρία Billie το ηχογράφησε το 1939, ως δεύτερη πλευρά στο δίσκο, αφού εξαιτίας των στίχων δεν μπορούσε να εμφανιστεί στην πρώτη πλευρά. Αναμενόμενο αν αναλογιστούμε ότι αυτά τα περίεργα φρούτα που αιωρούνται στο δέντρο δεν είναι παρά τα σώματα δύο λυντσαρισμένων μαύρων κάπου εκεί στο σκοτεινό Νότο. Αυτό που ίσως δεν ήταν αναμενόμενο ήταν ότι το τραγούδι έγινε μεγάλη επιτυχία. Η Αμερική μπροστά στις ενοχές της; Ας μην ξεχνάμε ότι μιλάμε για μια εποχή όπου παρά την τυπική κατάργηση της δουλείας ήδη από το 1865, στις περισσότερες πολιτείες ίσχυαν ακόμη οι ρατσιστικοί νόμοι.

5. Maria – Rage Against the Machine
Η Μαρία του κομματιού είναι μια Λατίνα η οποία τραβάει του λιναριού τα πάθη στη νέα της πατρίδα. Παράξενη χώρα η Αμερική. Δημιούργημα μεταναστών, χωρίς το βάρος μιας δήθεν προαιώνιας ιστορίας να εμποδίζει την αφομοίωση καλλιέργησε μια αντίληψη η οποία την οδήγησε στη θέση του κουμανταδόρου του κόσμου όλου. Από την άλλη συντηρητικοποιείται ολοένα και περισσότερο, κλείνεται στον εαυτό της, συμμετέχει σε …πάρτυ τσαγιού και χτίζει ηλεκτροφόρα τείχη στα σύνορα με το Μεξικό. Άραγε να πρόκειται για αυτό που θα ονόμαζα «σύνδρομο του λεωφορείου», ο τελευταίος που μπήκε και βολεύτηκε δυσκολεύει την πρόσβαση στους επόμενους που προσπαθούν να διεκδικήσουν μια φέτα από τον δικό του παράδεισο; Είναι δε ενδιαφέρουσα η γενικότερη παρατήρηση ότι ο ρατσισμός κατά κανόνα στρέφεται από τον φτωχό ενάντια στον ακόμη φτωχότερο, στον απόκληρο, σε αυτόν που δεν έχει στον ήλιο μοίρα. Ο ανήμπορος μετανάστης γίνεται δέκτης βαθύτερου μίσους απ’ ότι το τραπεζιτικό golden boy που έβαλε και τα δυο χεράκια του για να γυρίσουν τα γρανάζια της κρίσης. Και πιστεύω ότι αιτία δεν είναι τόσο ο φόβος για τους «άλλους» που θα μας αρπάξουν το βιος μας, αλλά μια ενδόμυχη προβολή ενός δυσοίωνου μέλλοντος. Γιατί ο μικροαστός με το δανεισμένο από την τράπεζα σπίτι, κατά βάθος γνωρίζει ότι η περίφημη καπιταλιστική κινητικότητα μπορεί εύκολα να τον φέρει στην ίδια αυτή άστεγη και άνεργη μοίρα.

6. Brother Louie – Hot Chocolate
Μόνο αυτή η κατηγορία τραγουδιών θα μπορούσε να αποτελέσει ολόκληρο βιβλίο… Don’t call me nigger whitey, Fight the power, Say it loud, I’m black and I’m proud, μαύροι πάνθηρες, οι Τελευταίοι Ποιητές και τα οργισμένα στιχάκια τους. Επιλέγω το συγκεκριμένο, από τον …αφρό της Καυτής Σοκολάτας (μ’ αρέσει και η λίγο πιο γνωστή -και πιο «λευκή»- διασκευή των Stories) γιατί προτάσσει τον έρωτα, αυτή την προαιώνια ειρηνική γέφυρα μεταξύ των φαινομενικά ασύμβατων και αταίριαστων. Από την άλλη η βίαιη αντίδραση στην ρατσιστική καταπίεση είναι όχι μόνο κατανοητή αλλά και σε πολλές περιπτώσεις επιβεβλημένη και αναπόφευκτη. Έχει όρια; Μεγάλη κουβέντα… Τι γίνεται όταν μετατρέπεται σε έναν «αντίστροφο» ρατσισμό (για τον οποίο ας πούμε κατηγορήθηκε ο Malcolm X); Ο Χατζιδάκις έλεγε ότι όταν πάψεις να φοβάσαι το τέρας τότε αρχίζεις να του μοιάζεις. Μήπως αρχίζεις όμως να του μοιάζεις κι όταν το πολεμάς με τα δικά του μέσα στο ίδιο το προνομιακό του γήπεδο; Ανοιχτός ο προβληματισμός…


Special AKA7. If you have a racist friend – Τhe Special AKA
«Εάν έχεις φίλο ρατσιστή, τότε ήρθε η ώρα η φιλία σας να τελειώσει, δεν πα’ να ‘ναι πατέρας, αδερφός, ξάδερφος ή εραστής»… Μια ελεύθερη μετάφραση των στίχων του καυστικού τραγουδιού ενός συγκροτήματος που διέσωζε την τιμή του ska στην άγρια θατσερική Βρετανία των 80s. Είναι όμως πλέον τόσο εύκολο να ξεχωρίσεις τον ρατσιστή; Δεν φοράνε όλοι κουκούλες ή κράνη με το εθνόσημο, δεν κρατάνε όλοι κλομπ, δεν ψηφίζουν ούτε καν όλοι Χρυσή Αυγή. Υπάρχει ο …μοδέρνος ρατσιστής, ο προοδευτικός και απολιτίκ «ανοιχτόμυαλος». «Δεν είμαι ρατσιστής, δεν έχω πρόβλημα με τους ξένους (με τους …Νεοζηλανδούς για παράδειγμα!), μόνο με τους … (συμπληρώστε κατά βούληση) έχω πρόβλημα». Το διαζύγιο με τη λογική είναι συναινετικό! Υπάρχει ακόμη και η άλλη, ακόμη πιο καμουφλαρισμένη κατηγορία: «μερικοί από τους καλύτερους μου φίλους είναι …. (διάβαζε πίσω από τις γραμμές: είναι η εξαίρεση στον κανόνα! Αλλά… Ακολουθεί πάντα το δηλητηριώδες «αλλά»… Ώρα να θυμηθούμε πάλι τους Specials… Ή στο ίδιο μήκος κύματος, τους They Might Be Giants: «Your racist friend».

8. Clandestino – Manu Chao
Πως γίνεται ένας άνθρωπος να είναι παράνομος εκ γεννησιμιού, σαν να φέρει το κληρονομικό στίγμα; Λαθραίος; Πως είναι δυνατόν σε έναν κόσμο όπου άυλα κεφάλαια μετακινούνται με ένα κλικ του ποντικιού και ταχύτητα φωτός ανά τον κόσμο (ενίοτε με ολέθριες επιπτώσεις), οι άνθρωποι να είναι δέσμιοι των χώματος και των συνόρων; Του «χωρίς χαρτιά» εφιάλτη; Πως η κάποτε παγκόσμια αποικιακή δύναμη μετατράπηκε στο «Κάστρο Ευρώπη»; Τέτοιοι παραλογισμοί βρίσκουν το δρόμο τους στους στίχους του Γαλλο-Ισπανο-Βάσκου Manu. Η μουσική του, μια άλλη παγκοσμιοποίηση ενσαρκωμένη, η στάση του μια αξιοπρεπής συνέπεια έργων και λόγων. Δεν μπορούμε λοιπόν παρά να τον …συγχωρέσουμε για τις ορδές μιμητών σε στυλ και μουσική και όλους αυτούς τους δήθεν illegal που μας φόρτωσε άθελα του.

9. Douce France – Cartes de Sejour
«Γλυκιά Γαλλία, πατρίδα των παιδικών μου χρόνων, σ’ έχω για πάντα στην καρδιά μου» τραγουδά με το συγκρότημα του ο Rachid Taha και η αλγερινής καταγωγής παρέα του (οι αποκαλούμενοι και «Beur»-διαβάστε και λίγο Ιζζό ντε!). Υποθέτω ο συνθέτης και τραγουδιστής του τραγουδιού, ο μεγάλος Charles Trenet θα έβγαλε φλύκταινες όταν άκουσε τη διασκευή αυτή. Σπουδαίος τροβαδούρος ο Trenet αλλά με απροκάλυπτες ρατσιστικές απόψεις, ένθερμος γάλλος εθνικιστής και επιπλέον …διασκεδαστής των γερμανικών κατοχικών στρατευμάτων στο Παρίσι (γενικά οι εθνικόφρονες έχουν μια ιδιότυπη άποψη περί πατριωτισμού, για θυμηθείτε και τα δικά μας). Είναι ο ίδιος και οι ομοϊδεάτες που δήλωσαν προσβεβλημένοι όταν η όχι και πολύ λευκή γαλλική ομάδα κατέκτησε το Μουντιάλ στο ποδόσφαιρο το 1998. Δεν γνωρίζω αν αισθάνθηκε την ίδια προσβολή όταν έσκασαν τα φλεγόμενα γεγονότα στο Κλισύ το 2005. Δεν τα πρόλαβε, είχε πεθάνει από το 2001…


Enrico10. J’ai quitte mon pays – Enrico Macias
Άλλος ένας «μαυροπόδαρος» Αλγερίνος (pieds noir). Εβραϊκής καταγωγής μάλιστα (διπλό το «κακό»!) H κιθάρα στενάζει, οι νότες της στάζουν μελαγχολία και νοσταλγία, η φωνή είναι θρηνητική για την πατρίδα, τον ήλιο, τον φίλο που μένει πίσω. Αλήθεια πόσοι είναι αυτοί που θέλουν να εγκαταλείψουν την πατρίδα τους, να γίνουν μετανάστες, μέτοικοι (για να θυμηθώ και το ομώνυμο τραγούδι του «δικού» μας Georges Moustaki), και να πάνε σε τόπο ξένο να χτίσουν εκεί το γαλλικό, το γερμανικό, το αμερικάνικο ή το ελληνικό όνειρο; Ο μετανάστης του Macias τουλάχιστον φεύγει με το πλοίο της γραμμής… Άλλοι δεν είναι τόσο «τυχεροί»…

11. Μιλώ για τα παιδιά μου – Βίκυ Μοσχολιού
Πόσο γρήγορα ξεχάσαμε… Πως ένας καθαρά μεταναστευτικός λαός, που ήδη από τα αρχαία χρόνια το 40% του ζούσε εκτός της μητρόπολης, έγινε ξενόφοβος, κλειστός και φοβισμένος. Ξεχάστηκε λοιπόν το νησί του Ellis, λησμονήθηκαν οι ανθρακωμένες στοές του Βελγίου; Ποιος σημερινός νέος μπορεί πραγματικά να συναισθανθεί το αίσθημα εκείνου του παλιού συνομήλικου του, ο οποίος φεύγοντας από το μετεμφυλιακό χωριό του αντίκριζε τον θηριώδη σιδηροδρομικό σταθμό του Μονάχου; Τι να του λέει άραγε ο τρόμος της βάρδιας στη φάμπρικα όπου «ήταν το νούμερο οκτώ», εκεί στην ξένη χώρα; Ποιος έχει νιώσει την κλωτσιά στη Στοκχόλμη, χωρίς λόγο και αιτία που ακόμη θυμάται ο πατέρας μου ακόμη και μετά από σαράντα χρόνια; Πόσοι αναγνωρίζουν την βρισιά wogs; Ακόμη και ιστορικοί έχουν διαγράψει τα δημοσιεύματα στις εφημερίδες για «έλληνες κλέφτες, βρώμικους αλήτες». Και σήμερα τα παιδιά δεν ρωτάνε πια «τα τραίνα που είναι στο σταθμό που πάνε;» Σήμερα τα τραίνα και τα πλοία φέρνουν άλλες μάνες… Με ονόματα περίεργα, ξενικά, με πρόσωπα ανοίκεια, που μάλλον δεν καταλαβαίνουν γρυ από τους στίχους αυτού του συγκλονιστικού τραγουδιού που έγραψε ο Γιάννης Μαρκόπουλος (στους «Μετανάστες», ίσως το καλύτερο του έργο) και τραγούδησε με μοναδική ενσυναίσθηση η Βίκυ Μοσχολιού… Λησμονήσαμε τόσο εύκολα λοιπόν;

12. Η Ιστορία της Μαρίας No 1 & 2 – Βασίλης Νικολαΐδης
Πάντα δυσκολευόμουν να διαβάσω τα αριστερά έντυπα. Ακόμη κι όταν τις περισσότερες φορές συμφωνούσα με τα γραφόμενα. Είχα την άβολη εκείνη αίσθηση όταν μέσα από την εφημερίδα …έβγαινε ένα χέρι σφιγμένο σε γροθιά, απειλητικό και διδακτικό συνάμα. Κείμενα σοβαρά, ξύλινα, άκαμπτα, πιο άνυδρα κι από …κυκλαδίτικο νησί μες στον Ιούλιο! Πικραμένη (και) αυτή η ιστορία για την αριστερά… Ξεχνάμε ότι ακόμη και τα πιο βαριά και σοβαρά θέματα, οι πιο προκλητικές απόψεις και ιδέες μπορεί να εκφραστούν με δροσιά στο λόγο. Το χιούμορ μπορεί να αφοπλίσει, να εξοργίσει, να τσιγκλίσει, να ξεσηκώσει, πιο πολύ κι από το πιο επαναστατικό τσιτάτο… Την ίδια ασθένεια έχει κολλήσει και ο συγγενής χώρος του έντεχνου τραγουδιού, ο οποίος επίσης πάσχει από χρόνια σοβαροφανίτιδα. Ποτέ δεν αποχτήσαμε ας πούμε έναν δικό μας Brassens. O Βασίλης Νικολαΐδης υπήρξε μία από τις λίγες εξαιρέσεις. Μέσα στις δύο αυτές ιστορίες, με βιτριολικούς και πανέξυπνους στίχους αφηγείται με μια απλή κιθάρα το πως ο «εσωτερικός» ρατσισμός απέναντι στη «δούλα» Μαρία από την επαρχία της δεκαετίας του ’50, μεταλλάχτηκε σε ρατσισμό εισαγόμενο στην καλοταϊσμένη Ελλάδα του σήμερα, τώρα που το «δουλικό» έχει πια σχιστά μάτια και έχει έρθει από ένα μακρινό αρχιπέλαγος του Ειρηνικού. «Όσοι λύσσαξαν στις φάπες, γίνονται ύστερα οι πιο φρικτοί σατράπες»… Μοναδικός…


Minimal13. Sananat – Minimal Compact
Σαν να ακούω τον σιμούν, τον απειλητικό αέρα της ερήμου να διαπνέει τούτο το τολμηρό κομμάτι της Ισραηλινής post-punk μπάντας. Οι στίχοι τραγουδισμένοι στα εβραϊκά και στα αραβικά. Ταυτόχρονα ακούω στα γίντις το συγκλονιστικό «Undzer shtetl brent» (Η πόλη μας καίγεται) ενός εβραίου ποιητή – ξυλουργού (τι συνδυασμός!) ο οποίος καλεί τους συμπατριώτες του σε (μάταιη) αντίσταση στα γκέτο των Ναζί. Μινόρε και αυτό παρά το ξεσηκωτικό του περιεχόμενο, από έναν λαό που λες κι έχει το θρήνο εγγεγραμμένο στα βαθύτερα του κύτταρα. Και φτάνεις στην απορία: πως μετά τόσους αιώνες διώξεων, από τα αιματηρά πογκρόμ του Μεσαίωνα έως τα κρεματόρια του Άουσβιτς, τα θύματα κατέληξαν στη θέση του στυγνού θύτη; «Νίκη στην Ιντιφάντα» λέει η φωνή που ενώνει πολλές διαδηλώσεις ανά τον κόσμο, η δική μου φωνή διστάζει κάπως, παρά την αυθόρμητη συμπάθεια προς τον αδύναμο. Φοβάμαι τα άκρα του μίσους και της αλληλοεξόντωσης, αυτά που μέσα από τον φανατισμό τους κατ’ ουσία αλληλοτροφοδοτούνται σε έναν αέναο φαύλο κύκλο βίας. Όσοι δε αποπειρώνται να τον σπάσουν, άνθρωποι σαν τον Ντάνιελ Μπάρενμποιμ και τον Έντουαρντ Σαΐντ ας πούμε, τη μεγαλύτερη έχθρα τη συναντούν στο δικό τους στρατόπεδο. Πάντοτε ένιωθα πιο κοντά σε κάτι τέτοιους «προδότες»…

14. Small town boy – Bronski Beat
Ποτέ δεν αισθάνθηκα υπερήφανος για τις όποιες σεξουαλικές μου προτιμήσεις, αν προτιμώ άντρες, γυναίκες ή οτιδήποτε άλλο. Αν μου έπεφτε λόγος όμως, μα τη …γενειάδα του Άνθιμου, θα αισθανόμουν πολύ πιο κοντά στο «Glad to be gay» του Tom Robinson παρά στο γνωστό σύνθημα, η υπερηφάνεια δηλώνει συνήθως αποκλεισμό, υπονοεί ντροπή. Από την άλλη μπορώ να ταυτιστώ με την ιστορία που περιγράφει στο τραγούδια αυτό ο Jimmy Sommerville. Δεν ήταν ποτέ του γούστου μου, ούτε αυτός ούτε τα συγκροτήματα του, οι Bronski Beat και οι Communards. Είχαν κάτι το κραυγαλέο που πάντοτε με απωθεί, και σε ανθρώπους και σε μουσικές. Η κραυγή του Jimmy όμως σε τούτο το κομμάτι, ήταν σχεδόν λυτρωτική, ένιωθες κατά έναν περίεργο τρόπο ότι δεν ήσουν μόνος… (Ξανα)αντιγράφω τον Γιώργο Κοτσώνη από πολύ παλιότερο mic-αφιέρωμα: «Αυτή η θλιμμένη κραυγή μ’ άγγιξε, μ’ ανύψωσε, με πόνεσε, με άλλαξε τρόπο σκέψης, με δάκρυσε, με λύτρωσε.. Ίσως γιατί κατά βάθος επιζητούμε τη συμφιλίωση μ’αυτό που μας φαίνεται διαφορετικό, στην οποιαδήποτε μορφή του, στα πλαίσια κατανόησης του γρίφου με τ’ όνομα ‘άνθρωπος’. Που δεν παύει ν’ αποτελεί τίτλο τιμής, δικαίωμα στον οποίο έχουμε όλοι μας».

15. L’ etranger – Tuxedomoon
Για το τέλος ένα τραγούδι για τον κάθε ξένο. Για τον καθένα ο οποίος νιώθει ξένος κι ας περιστοιχίζεται από τους ομοίους του, από τους συμπατριώτες του, από τους ομοϊδεάτες του, από τους συντρόφους του. Για τον καθένα που αισθάνεται διαφορετικός, κι ας μην φαίνεται, κι ας κρύβεται, κι ας (αυτο)καταπιέζεται. «Δεν ήταν λάθος δικό μου που ήμουν ένας ξένος». Μια συγκλονιστική λέξη προς λέξη ερμηνεία από τον Κινέζο ζωντανεύει τις αθάνατες σελίδες του Καμύ…

Και κάποια ακόμη που ήθελα να συμπεριλάβω:
Mandela Day – Simple Minds
Biko – Peter Gabriel
Griechischer Wein – Udo Juergens
People are people – Depeche Mode
Ebony and Ivory – Paul McCartney & Stevie Wonder
Southern Man – Neil Young
Everyday People – Sly & the Family Stone
Αλβανικό – Ωχρά Σπειροχαίτη

=============================================================

αναδημοσιευει ο Μανικάκος

http://wp.me/p1pa1c-hCi


Μόχα

Ξέρω τα κύματα μια μέρα αυτά τα βράχια θα τα διαλύσουν, θα τα κάνουν όλα σκόνη Θα ‘ρχεται ‘κείνο το κορίτσι να ξαπλώνει πάνω στην άμμο και να τραγουδάει τάχα…

(περισσότερα…)


Τα ελληνικά ’80s του Nick Cave

Γράφει ο Βασίλης Κωνσταντόπουλος.

Για τους σημερινούς εικοσάρηδες – τριαντάρηδες, ο Nick Cave υπάρχει από πάντα. Γεμίζει στάδια, χαριεντίζεται με την Kylie Minogue, συμμετέχει σε soundtrack ταινιών-blockbusters όπως ο Χάρι Πότερ και ο Batman, o Σαββόπουλος διασκευάζει τραγούδια του, το ραδιόφωνο του ΑΝΤ1 φιλοξενεί συνεντεύξεις του, ο Δημήτρης Κοργιαλάς δηλώνει στη Ναταλία Γερμανού με θαυμασμό πως «μαζευόμαστε με τους φίλους, ακούμε Cave και σκεφτόμαστε!!!», και πάει λέγοντας.

O Nick Cave αποτελεί ένα από τα ελάχιστα Pop icons που άνθισαν στα 80’s και κράτησαν την λάμψη τους στις επόμενες δεκαετίες. Η «ελληνική» του ιστορία ξεκινά τον Σεπτέμβριο του 82…

Η έκρηξη του punk στην Αγγλία, ως συνήθως, είχε φτάσει καθυστερημένη και μισοχωνεμένη στην Ελλάδα. Οι έλληνες ροκάδες είτε παρέμεναν πιστοί στο παλιό καλό ροκ, είτε πάσχιζαν να παρακολουθήσουν τη νέα σκηνή είτε μετεωρίζονταν, από την μια γνωρίζοντας την λάμψη του 60, από την άλλη αναζητώντας μουσικούς που να συγχρονίζονται με την ηλικία τους. Οι πηγές πληροφόρησης μετρημένες. O ΗΧΟΣ, το ΠΟΠ και ΡΟΚ, ο Πετρίδης στις 4 κάθε απόγευμα, κάποιες νέες εκπομπές με τον Ζήλο και τον Πολίτη στο Δεύτερο, για τους πιο ψαγμένους το New Musical Express με έναν καινούριο μεσσία του ροκ εβδομαδιαίως. Ο τύπος σε πλήρη σύγχυση, μπερδεύει το punk, τα νέα ρεύματα, τους φασίστες σκίνχεντς του Oi, χαρακτηρίζοντας συλλήβδην οποιονδήποτε καινούριο ως new wave. Η συναυλία των Police στο κλειστό του Σπόρτινγκ χαρακτηρίζεται βλακωδώς η πρώτη Punk συναυλία στην Ελλάδα.

Τον Σεπτέμβρη του 82, οργανώνεται ένα τριήμερο new wave, στο Σπόρτινγκ και πάλι. Θα έρχονταν οι Fall, οι New Order (διάδοχο σχήμα των Joy Division) κι ένα γκρουπ για το οποίο ακούγονταν πολλά και τρομερά, οι Birthday Party (από το ομώνυμο θεατρικό του Πίντερ), ο τραγουδιστής λέει έκανε απιστευτα πράγματα στη σκηνή, τους είχαν διώξει από κλαμπ στις ΗΠΑ κλπ. κλπ. Μέσα σ’όλα, σε συνέντευξη του στον Πετρίδη το απόγευμα, αναφέρει το Famous Blue Raincoat του Cohen ως αγαπημένο του, μαζί με το Unfinished Melody των Righteous Broghters και το Bridge over troubled water των Σάιμον και Γκάρφάνκελ και μας αφήνει όλους ξερούς.

Οι Birthday Party στο Ελληνικό το 1982 από εφημερίδες της εποχής

Το βράδυ της 20ης Σεπτεμβρίου, μετά τους έλληνες νεοροκάδες Metro Decay, οι Birthday Party ανεβαίνουν στη σκηνή του Σπόρτινγκ. Θα ήταν καμιά 600ρια κόσμος, κυρίως αρσενικά, κάποια πανκιά, κάποιοι γότθοι, μερικές χήρες, κάμποσοι άσχετοι, οι περισσότεροι περίεργοι.

Μπασίστας, ένας τύπος στυλ Γιάνκι ωταβαντζή με στέτσον και διχτυωτή μπλούζα, ο Tracy Pew, πέθανε μερικά χρόνια μετά από παθολογικά αίτια. Κιθάρα, ένα σαμιαμίδι με μια γόπα μόνιμα κρεμασμένη στο στόμα, ο Roland s. Howard, πέθανε πέρυσι από συκώτι, αφού συμμετείχε σε διάφορα «αδελφά» των Bad Seeds σχήματα. Στα τύμπανα ένας clean faced γεροδεμένος τύπος, ο μόνος φαινομενικά υγιής εκεί μέσα. Ο Mick Harvey έμελλε να παραμείνει αμετακίνητος σε όλα τα σχήματα του Cave.

Και φυσικά ο αναμαλλιασμένος, δαιμονικός, αλαζόνας περφόρμερ, με την σπηλαιώδη φωνή και τις αλά Έλβις κινήσεις της λεκάνης, συν τα ντελιριακά ξεσπάσματα.

Τα πρώτα επί σκηνής λόγια του Nick Cave στην Ελλάδα: H-A-M-L-E-T. To Hamlet (Pow, Pow)

Με τα ποτενσιόμετρα της κονσόλας στο τέρμα, και τις λαμαρίνες του κλειστού του μπάσκετ να συντονίζονται στην παραμορφωμένη κιθάρα, το βαρύ θηριώδες μπάσο και τα διαρκή ουρλιαχτά του τραγουδιστή, ανάθεμα κι αν ακόμα κι αυτοί που ήξεραν τα κομμάτια διέκριναν τι είναι τι. Ο Cave έφτυνε και χτυπιόταν κι έπεφτε και σηκωνόταν, κλωτσούσε τους φαν κάτω από τη σκηνή.

I am the King, I am the King από το Junkyard και φαινόταν σαν να το εννοούσε.

Στο ανκόρ έρχεται κάποιος Φιλ στο σαξόφωνο (αυστραλός φίλος τους, πρόκειται για τον μετέπειτα Foetus), παίζουν δυο κομμάτια των Stooges, η συναυλία καταλήγει με δεκάδες ελληνόπουλα να χτυπιούνται γύρω από τον μανιασμένο περφόρμερ.

Όταν όλα ησύχασαν, οι μισοί έβριζαν κι οι άλλοι μισοί κοίταζαν ξεροί, γνωρίζοντας πως κάτι παρόμοιο δεν είχαν ματαδεί. Από την άλλη μέρα οι φήμες οργίασαν, ο Cave πλακώθηκε με τους New Order, ο Cave χάθηκε και περαστικοί τον έβαλαν στο τραίνο, ο Cave δάγκωνε όποιον έβλεπε τίγκα στις αμφεταμίνες κ.ο.κ.

Στις επόμενες μέρες πολλοί άρχισαν να ψάχνουν τα 2 άλμπουμ των Birthday Party.

 Μια κακή σπορά σπάρθηκε…

===================================================================================
Τον Δεκέμβρη προβλήθηκε απο την Ταινιοθήκη της Ελλαδος,η ταινία του Uli M Schueppel  «The Road to God Knows Where».

1990. Ο Nick Cave και οι Bad Seeds διασχίζουν τις ΗΠΑ σε μια μαραθώνια τουρνέ. Ο κινηματογραφιστής Ούλι Μ Σίπελ, φίλος του γκρουπ, καταγράφει με μια ελαφριά 16άρα κάμερα την μουντή καθημερινότητα της Οδύσσειας του γκρουπ. Ο Nick Cave, σήμερα σούπερ σταρ της σύγχρονης ροκ σκηνής και πασίγνωστη περσόνα, ανέκαθεν δυσανασχετούσε σε φωτογραφίσεις και μαγνητοσκοπήσεις. Καθόλου συμπτωματικά, πέρα από κάποιες συνεντεύξεις σε τηλεοράσεις, απαραίτητες για την προώθηση κυκλοφοριών και κοντσέρτων, η φιλμογραφία του όσον αφορά ολοκληρωμένα ντοκιμαντέρ αποτελείται από μια και μόνη ταινία. THE ROAD TO GOD KNOWS WHERE, πτυχιακή εργασία του Γερμανού κινηματογραφιστή Ούλι Μ Σίπελ για την Ακαδημία Κινηματογράφου του Βερολίνου.

Το σχέδιο του Σίπελ βασίστηκε στην καταγραφή της ρουτίνας πίσω από το εναλλακτικό glamour, των 23 ωρών της ημέρας κατά τις οποίες η μπάντα δεν έπαιζε, το ημερήσιο πρόγραμμα ενός περιοδεύοντα περφόρμερ. Ο Σίπελ αποφεύγει να γυρίσει ένα «φιλμ κοντσέρτου» αφήνοντάς μας τα απολύτως απαραίτητα ψήγματα των ζωντανών εμφανίσεων (μεταξύ των οποίων και μια unplugged μοναδική εκτέλεση του «Mercy Seat»), σαν να θέλει να δώσει στον απληροφόρητο θεατή μια ιδέα για τη δουλειά των Bad Seeds. Η προσωπική του φιλία με τον Cave και τα υπόλοιπα μέλη του γκρουπ του επιτρέπει να διεισδύσει, με ένα διμελές συνεργείο, σε κάθε πιθανή στιγμή των ημερών και νυχτών του γκρουπ, χωρίς η παρουσία του να επηρεάσει τη δράση. Αποτέλεσμα αυτής της προσέγγισης, η σταδιακή απομυθοποίηση του celebrity lifestyle, αυτού που συντηρούν άλλα μέσα (και άλλοι σταρ). Η μαραθώνια βορειοαμερικάνικη τουρνέ των Bad Seeds, στην πιο δημιουργική φάση της καριέρας τους, ένα ατέλειωτο ταξίδι σε διαφορετικά αμερικάνικα τοπία, μια αδιάκoπη σειρά συναντήσεων με φτηνιάρηδες προμότερς, μανιακούς βερμπαλιστές φαν, κάποιους φίλους (η Lydia Lunch, η Anita Lane κ.ά.)., μάνατζερ, δισκογραφικές κλπ., προσφέρει φευγαλέες όσο και αποκαλυπτικές στιγμές και λεπτομέρειες της ζωής μιας μπάντας που σημάδεψε όσο καμιά άλλη τη σύγχρονη εναλλακτική σκηνή.

Το σινεμά βεριτέ του Σίπελ, η σκληρή, ακατέργαστη ασπρόμαυρη φωτογραφία, η ασχολίαστη καταγραφή της καθημερινότητας της ροκ μπάντας, συνθέτουν ένα ξεχωριστό rockumentary στα χνάρια του ?Cocksucker Blues? του Ρόμπερτ Φρανκ και του «Don’t Look Back» του Πένενμπέηκερ, μελαγχολικό κι αληθινό, όσο και η μουσική των σκοτεινών τροβαδούρων του.

Μαζί με το φιλμ προβάλλεται κι η μικρού μήκους ταινία του Σίπελ «Το τραγούδι». Πρόκειται για ένα δεκαεπτάλεπτο φιλμ, γυρισμένο στα μυθικά Hansa Studios του Βερολίνου, που παρακολουθεί τον Nick Cave, τον Mick Harvey και τον Blixa Bargeld στη δημιουργία (από την αρχή ως το τέλος) του τραγουδιού «Until the end of the world», για τις ανάγκες της ομώνυμης ταινίας του Βιμ Βέντερς.

www.mic.gr

Μανικάκος

http://wp.me/p1pa1c-fIz

 


Tου κόσμου η μάνα

αφιερωμένο στου κόσμου τη μάνα….

Just as two breaths become one breath,
As two whispers become a cry,
Miracle before us lies,
The glory of a new-born child.
  These half-closed eyes already see,
  Looking without looking within.
  A testament of truth before, before our eyes.
  The glory of a new-born child.
  This place, where life’s long path begins,
 If they be princes, queens, or kings,
 Laid helpless here at mother’s side,
The glory of a new-born child.

Armand Amar & Sinead o’ Conor


Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.


μανικάκος

http://wp.me/p1pa1c-9TB


«ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΔΑΙΜΟΝΑ ΕΑΥΤΟΥ…»

«There are things known

and there are things unknown

and in between are the doors.»

William Blake

 

Μια βιαστική κηδεία χωρίς κανείς να ξέρει ότι ο Morrison πέθανε…Τέσσερα πέντε άτομα ήταν συνολικά στην κηδεία και αυτοί ήταν που έθαψαν το φέρετρο στο νεκροταφείο Pere La Chaise στο Παρίσι. Μετά την κηδεία μαθαίνει ο κόσμος ότι ο τραγουδιστής Jim Morrison είναι νεκρός!

 «Δαίμονες εαυτού» ονομάζονταν στην Αρχαία Ελλάδα θεότητες – προστάτες που κατοικούσαν μέσα στον κάθε άνθρωπο από τη γέννηση του έως το θάνατό του και φρόντιζαν για την προσωπική εξέλιξη και ευημερία, αποτελώντας κατά κάποιο τρόπο ένα «δίαυλο» μεταξύ του κόσμου των θνητών και του κόσμου των Θεών. «Πράττω κατά του δαίμονα εαυτού» ουσιαστικά σημαίνει «Πράττω σύμφωνα με αυτό που η συνείδηση μου θεωρεί», αδιαφορώντας ίσως για το τι θα πουν οι άλλοι. (περισσότερα…)