δαγκανίδια άνευ λόγου ….

Archive for Αύγουστος, 2012

Ένα σκιάχτρο που άρπαξε φωτιά

 

Είναι μια χώρα που με διώχνει μακριά Με κλωτσάει με τα σκυλιά και τους λεπρούς της Και χτίζει γύρω μου τείχη και κελιά Για να πετάει τους νόθους γιους της Είναι ένας δρόμος που δεν βγάζει πουθενά Μα τον διασχίζω με μια ελπίδα απεγνωσμένη Γεμάτος δώρα, ξόρκια, φυλαχτά, Γι’ αυτούς που ζουν στη λησμονιά Και τριγυρνάνε στη ζωή ξεγελασμένοι Είναι ένας διάβολος που μέσα μου γελά Κι ένας θεός που με κοιτάζει βαλσαμωμένος Κι εγώ ανάμεσα τους μια έρημη σκιά Να ζητιανεύω απαντήσεις πεινασμένος Είναι μια αγάπη σαν τον θάνατο γλυκιά Είναι ένα θαύμα που μ’ αφήνει μαγεμένο Διψάω γι’ άπειρο, πεινάω για ομορφιά Είμαι ένα σκιάχτρο που άρπαξε φωτιά Μια χώρα, ένας δρόμος, ο θάνατος κι η ομορφιά Μες στα σκοτάδια τους πλανιέμαι σαν χαμένος Και κάνω κύκλους μες σ’ αυτήν την ερημιά Σαν κάποιο σκιάχτρο που άρπαξε φωτιά Από ανθρώπους και θεούς καταραμένο

(Στίχοι: Παντελής Ροδαστόγλου, Μουσική: Διάφανα Κρίνα, 
Δίσκος: Κι η αγάπη πάλι θα καλεί)


Αύγουστος

του Ned Sterling

απο το Blog ALT + CTRL +DEL ( Alternative Non-Controlled Delirium )

Είμαι ο Έρνεστ Γουόκερ και θέλω να σας διηγηθώ το μικρό παράπονό μου.

Έφτασα δεκατρία και η μάνα μου δεν μ έστειλε ποτέ στην κατασκήνωση ,για την ακρίβεια μ’ έστειλε μόνο μια φορά για τρεις μέρες και την τέταρτη περίμενε -βάφοντας κοραλλί τα νύχια της- το ταξί που με γύρισε πίσω , προσφορά του διευθυντή της κατασκήνωσης «Οι Τυφλές Φώκιες» στο Κίτερυ Πόιντ που -όπως έμαθα αργότερα-της είπε στο τηλέφωνο «Νέλλυ , κάτι δεν πάει καλά με το βλαστάρι σου , στον επιστρέφω για να επιληφθείς».
Όταν επιλήφθηκε κατάλαβα πως το μόνο μου αμάρτημα ήταν που επέμενα τα βράδια-τρία πρόλαβα όλα κι όλα-να μαζεύω γύρω μου τα άλλα παιδιά για να τους λέω τις ιστορίες που αγαπούσα να βλέπω : για το μαύρο τριχωτό καβούρι με τις εφτά δαγκάνες που κομμάτιαζε τα κεφαλάκια των κακομαθημένων αγοριών που το παίζαν αρχηγοί , το ακέφαλο φίδι με τα τρία κεφάλια στην ουρά που είχε συνήθειο να τρυπώνει στα κρεβάτια και ύστερα ανάμεσα στα πόδια των κοριτσιών που φορούσαν σιδεράκια και μίλαγαν πολύ , για τον λύκο που είχε όχι μόνο τα μαλλιά αλλά και τη φωνή της κοκκινοσκουφίτσας μα σκότωνε πιο αλύπητα κι από τον Χίτμαν , για την διάσημη κότα Bostonian² που είχε ενάμιση μέτρο ύψος και έναν χαυλιόδοντα αντί για ράμφος , για τα φριχτά μοβ σκουλήκια που ζούσαν πάνω στις άρρωστες λεύκες και τρεφόταν με τις τσίμπλες από τα μάτια όσων αργούσαν να ξυπνήσουν το πρωί ( μερικές φορές , κάποια γέρικα τυφλά σκουλήκια ζαλισμένα από την πείνα έτρωγαν ακόμη και τα μάτια αλλά δεν το έκαναν από κακία ) ,ακόμη και για το τρελό παγώνι τους είπα που είχε σπαθιά αντί για φτερά στην ουρά του κι αλίμονο σ όποιον άκουγε μέσα στη νύχτα την τρομερή κραυγή του και τον ήχο από λάμες που κομματιάζαν τα σκοτάδια , ήθελα να τους πω και για τα άσπρα μυρμήγκια που τρώγαν ζωντανούς όσους δεν είχαν ακόμη κλείσει τα δεκατρία την μέρα που ήταν η δεύτερη πανσέληνος του θλιβερού μήνα Αύγουστου , ενώ την ώρα που ξεκίνησα να τους διηγούμαι για τη χοντρή γιγάντια βδέλλα που βγαίνει από την τρύπα της τουαλέτας και ρουφάει βαθιά μέσα στο υγρό χώμα αυτούς που ρίχνουν απερίσκεπτα ακαθαρσίες πάνω της και μερικά μαμμόθρεφτα σαν τον Νικυ Μπλαντ άρχισαν να μυξοκλαίνε , μπήκε απρόσκλητος ο ομαδάρχης που είχε δεν είχε κλείσει τα δεκαοχτώ και αρπάζοντάς με από το μπράτσο , εκείνο που μελάνιασε από την Κλαίρ Ο’Χάρα που με κρατούσε σφιχτά όσο η βδέλλα ανέβαινε στην επιφάνεια , με πέταξε έξω από τον θάλαμο κοιτάζοντάς με σαν κακό γκόλουμ που πρέπει να το ρίξουν μέσα σε δυό σακιά αναμμένα κάρβουνα ελπίζοντας να πεθάνει αργά και τελετουργικά.
Σακιά με κάρβουνα δεν είχαν , αυτά γινόταν την εποχή που ο μπαμπάς μου πήγαινε κατασκήνωση στο Σάουθ Φρήπορτ ³ και τρώγαν διάφορα ξεράσματα , εμείς τώρα είχαμε γκριλ και τοστιέρες και ωραίες ηλεκτρικές ψηστιέρες , κι έτσι αποφάσισαν να μη με κλείσουν ανάμεσα σε δυό αντιστάσεις γιατί έχει και το αργά τα όριά του , με παρουσίασαν μπροστά στον διευθυντή της κατασκήνωσης που ήταν και πορτιέρης στην εκκλησία του Αγίου Λουκά στο Πόρτλαντ του Μέιν όπου κηδέψαμε το μπαμπά μου αλλά πουλούσε και υφάσματα όταν έκλεινε η κατασκήνωση το Σεπτέμβρη , από αυτά που έφερνε τακτικά στο σπίτι αφού πέθανε ο μπαμπάς και η μάνα μου του έλεγε άκου Νεντ , αυτά ούτε καναπέδες δεν θα καταδέχονταν να τα φορέσουν , αυτός λοιπόν αφού με κοίταξε απ τα νύχια ως τα σκονισμένα μαλλιά μου είπε στους άλλους που στεκόταν τριγύρω του «βγάλτε τη μάνα του στο τηλέφωνο και φωνάξτε ένα ταξί , δεν θα περιμένω να ξημερώσει» .
Δεν ξέρω τι τους είπε η μάνα μου στο τηλέφωνο περασμένα μεσάνυχτα αλλά ξέρω πως είναι πολύ μεγάλη αγένεια να ξυπνάς τους άλλους στα καλά του καθουμένου , ξύπνησαν και ένα ταξί στο διπλανό ψαροχώρι το Κατς ’ιλαντ η μάλλον τον οδηγό του γιατί τα ταξί ποτέ δεν κοιμούνται , δεν είμαι όμως και σίγουρος γιατί είχα ακούσει παλιά μια ιστορία για ένα κίτρινο ταξί που κυκλοφορούσε τις νύχτες και κατάπινε παιδιά και ανθρώπους , ούτε ήμουν και βέβαιος αν το ταξί που περίμενε έξω από την σιδερόπορτα για να παραλάβει εμένα και τη μικρή μου τσάντα ήταν αυτό το κίτρινο ταξί που πεινούσε αλλά ίσως να μην ήταν γιατί δεν ήταν κίτρινο αλλά πορτοκαλί , ίσως πάλι απλά να άλλαζε χρώμα όσο περνούσε η ώρα και χόρταινε , δεν πρόλαβα να δω ποιος καθόταν πίσω από το τιμόνι όταν κόλλησε η πλάτη μου στο κάθισμα και μέσα σε ένα σύννεφο από σκόνη και βρισιές να με ακολουθούν κατηφορίσαμε το στενό δρόμο που έβγαζε στη διασταύρωση στην άσφαλτο.
Σ όλη τη διαδρομή στην 95 δεν έβγαλα μιλιά , το ίδιο κι ο οδηγός που μου φαινόταν να ροχαλίζει αλλά ούτε στιγμή δεν λοξοδρομήσαμε , ούτε ένα φως δεν μας τύφλωσε από απέναντι , ήταν πράγματι ένας καταπληκτικός οδηγός που θα ήταν άξιος αντίπαλος του Ρόμπυ Γκόρντον ** αν οδηγούσε κι αυτός μια ασπροκόκκινη γυαλιστερή Σεβρολέ Τζιμ Μπιμ κι όχι ένα πορτοκαλί ταξί που είχε κρεμασμένη μια φωτογραφία κάποιας γυμνής ξανθιάς στον καθρέφτη του και έναν μαυροντυμένο κύριο για συνοδηγό που δεν κατόρθωσα να τον δω καλά και τραγουδούσε μονότονα «waaalk the liiine » , αν γίνω οδηγός ταξί όταν μεγαλώσω θα έχω τη Σακίρα συνοδηγό ,μπορεί και τον Μπίλυ Τζο αν δεν δεχτεί η Σακίρα , το ταξί θα το έχω συνεταιρικά με τον φίλο μου τον Τζέισον που πέθανε πριν τρία χρόνια την ώρα που δοκίμαζε να καταπιεί μια ολόκληρη τομάτα ενώ η μάνα του φώναζε «θα πνιγείς ηλίθιο» και πνίγηκε , πριν πνιγεί έγινε κόκκινος σαν την τομάτα , μετά πράσινος σαν καρπούζι και στο τέλος κίτρινος σαν τις μπανάνες Εκουαδόρ που σιχαίνομαι , έτσι όμως είναι οι φιλίες και δεν πεθαίνουν εξαιτίας μιας τομάτας , το ταξί θα το έχουμε μαζί και τώρα που το ξανασκέφτομαι δεν θα κάθεται δίπλα μου ούτε ο Μπίλυ ούτε η Σακίρα αλλά ο Τζέισον , κι ας είναι κίτρινος και πράσινος και κόκκινος μαζί , χτες το βράδυ όταν τους έλεγα πως τις νύχτες δεν φοβάμαι να τριγυρνάω έξω από τους θαλάμους μόνος γιατί κρατάω τον Τζέισον από το χέρι , αυτά έκαναν πως δεν καταλαβαίνουν γιατί δεν είχε κανέναν Τζέισον η κατασκήνωση , καλύτερα έτσι γιατί τα βράδια που ο φίλος μου ερχόταν να κοιμηθεί στο κρεβάτι μου δεν ήθελα κανείς να του μιλάει γιατί ήταν δικός μου φίλος και σε κανέναν δεν τον χάριζα , σιγά τις φιλίες που κάνουν οι μεγάλοι , όλο παρέα κι όλο γκρίνια από πίσω , «Ντόναλντ μην αφήσεις τον Ρίτσι να σου ξαναπουλήσει μούρη για το εξοχικό στο Κέιπ Ελίζαμπεθ » έλεγε η μάνα μου στον μπαμπά πριν τον βρει πεσμένο μισό μέσα στη μπανιέρα και μισό έξω , «θα δεις τι αμάξι θα σου πάρω γω μωρό μου» της είχε πει αυτός όταν είδε το καινούριο Ντοτζ της κυρίας Κίντμαν αλλά ούτε που πρόλαβε να βγει απ’το μπάνιο και έμεινε η μαμά μόνη με μένα και το παλιό Φορντ , οι μεγάλοι το μόνο που ξέραν να μοιράζονται ήταν ένα λογαριασμό κάθε Σάββατο που πηγαίναν για αυγά με σπαράγγια στο diner του Γιούρι στο Ιστ Εντ και τις ντάιετ Πέπσι και τις μπύρες για το μπάρμπεκιου πάρτι στις τέσσερις Ιουλίου , εγώ ολόκληρο ταξί θα μοιραστώ κι ας το μετανιώσω αργότερα , έτσι φτάσαμε στη γωνία του σπιτιού και είδα το φως αναμμένο , κανείς δεν με περίμενε έξω αλλά έτσι πρέπει , είμαι μεγάλο παιδί και δεν είχα ανάγκη από χαϊδολογήματα , πήρα αγκαλιά την μικρή μου τσάντα , έβαλα το κλειδί στην πίσω πόρτα και είπα μπαίνοντας «πάλι εδώ είμαστε » και η καημένη η μαμά μου δεν κατάλαβε πάλι τι πάει να πει «είμαστε».
Είμαι ο Έρνεστ Γουόκερ και θέλω να σας πω ότι ακόμη δεν καταλαβαίνω γιατί είναι πιο τρομαχτικός ο μαύρος κάβουρας με τις εφτά δαγκάνες από την ιστορία της σιντερέλλα *, κάποια μέρα ξεκίνησε να μου διηγείται γι αυτήν την κακόμοιρη η γιαγιά μου που ζει τώρα σε ένα σπίτι μόνο για γέρους , αυτή η κοπέλα λοιπόν όλη μέρα σφουγγάριζε ένα σπίτι με τρεις σοφίτες σαν της θείας Ώντρει που την έστελνε ακόμη ο θειος Σάιρους , ο αδερφός του μπαμπά , να δουλεύει στο Γουολ Μαρτ της λεωφόρου Ντίρινγκ , κι έτρεχε μετά -η σιντερέλλα , όχι η θεία μου- στους ορθοπεδικούς για τα τσαλακωμένα της γόνατα και ούτε ένα ευχαριστώ δεν άκουσε για το παρκέ και το σιδέρωμα που της ρούφηξαν τα νιάτα της και σα να μην της έφταναν όλα αυτά , έρχεται μετά κι ένας περίεργος που έκανε τη δουλειά του πρίγκιπα και της φοράει ένα παπούτσι τριανταδύο νούμερο που ούτε το φλιτζάνι του καφέ δεν χώραγε αλλά αυτή πόναγε κι έκλαιγε και το φόραγε και πάλι έκλαιγε , κάτι τέτοια κάνει κι η μάνα μου με τα ρούχα της αλλά την αγαπάω γιατί είναι μάνα μου κι ας μη με ξανάστειλε σε κατασκήνωση αλλά στον κύριο Σ.Ε.Κίνγκ που όλο με ρωτάει τι βλέπω στον ύπνο μου και τι όταν είμαι ξύπνιος και γράφει και σβήνει και μιλάει σε ένα μικρό κασετοφωνάκι τρίβοντας ευτυχισμένος τα χέρια του , αλλά ποτέ δεν ρωτάει και τον Τζέισον που κάθεται πάντα δίπλα μου γιατί αν τον ρώταγε θα ήξερε πως έτσι είναι οι φίλοι , όλα από μισά τα έχουν και ποτέ δεν διαμαρτύρονται γιατί δεν είναι όλα τα καλά του κόσμου δικά τους….

Σημειώσεις του μεταφραστού
1 The Blind Sea-Dogs , summer camp αναμόρφωσης της Y.M.C.A του Maine
2 Πρωταγωνιστής 3ps βίντεο γκέιμ , γνωστός τοις πάσι και ως Κωδικός 47
2 Eκ Βοστώνης ορμώμενη , απλή συνωνυμία με την εγχώρια εταιρία κάζουαλ ενδυμάτων
3 Camp στο Casco Bay που λειτούργησε μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 60 οπότε και καταστράφηκε από επιδρομή τερμιτών
** μέτριος οδηγός των NASCAR αλλά ο πρώτος Αμερικανός που κέρδισε σε ένα σκέλος του Παρίσι-Ντακάρ και το κάναν θέμα
* τραγουδιστής και μασκότ των Καλιφορνέζων ρόκερς Green Day
* γνωστότερη στην ημεδαπή ως Σταχτοπούτα
* οι πρώτοι μεγαλομπακάληδες της υφηλίου
* Aυτός που φαντάζεστε !
==============================================================================                                           Αυτά που λέτε….
                                                                        Μανικάκος

Aύγουστος κατα τις 5 το πρωι….

http://wp.me/p1pa1c-hDe


Στους 35 Συντρόφους

 

                                   Στους Δεκαπέντε Συντρόφους

Δε χύνουν δάκρυ
μάτια που συνηθίσαν να βλέπουνε φωτιές
δε σκύβουν το κεφάλι οι μαχητές
κρατάν ψηλά τ’ αστέρι
με περηφάνεια
δεν έχουμε καιρό να κλαίμε τους συντρόφους
το τρομερό σας όμως κάλεσμα
μες στη ψυχή μας
κι οι δεκαπέντε σας καρδιές
θε να χτυπάνε
μαζί μας
το σιγανό σας βόγγισμα
σαν προσκλητήρι
χτυπά στ’ αφτιά μας
σαν τον αντίλαλο βροντής.

Στάχτη θα γίνεις κόσμε γερασμένε
σου ‘ναι γραφτός ο δρόμος
της συντριβής
και δε μπορείς να μας λυγίσεις
σκοτώνοντας τ’ αδέρφια μας της μάχης
και να το ξέρεις
θα βγούμε νικητές
κι ας είναι βαριές μας
οι θυσίες.

Μαύρη εσύ θάλασσα γαλήνεψε
τα κύματά σου
και θα ‘ρθει η μέρα η ποθητή
η μέρα της ειρήνης
της λευτεριάς σου
ω ναι θα ‘ρθει            
η μέρα που θ’ αρπάξουμε τις λόγχες
που μες στο αίμα το δικό μας
έχουνε βαφτεί.

 

Ναζίμ Χικμέτ- 1921

 


Its not easy being green…

Τραγούδια και μουσικές κατά του ρατσισμού

απο το Mic.gr

Γραφει ο Αντώνης Ξαγάς

Οι Ιταλοί είναι φαφλατάδες και καλοί εραστές, οι Γερμανοί ψυχροί και στυγνοί οικονόμοι, οι Άγγλοι φλεγματικοί, οι Έλληνες τεμπέληδες και λεβέντες… Θα μπορούσαμε να συνεχίσουμε επ’ άπειρον την παράθεση ανάλογων στερεότυπων, τα οποία ασφαλώς και δεν περιορίζονται σε επίπεδο εθνών, απαντώνται σε κάθε γεωγραφική μικροκλίμακα, αλλά και κατ’ επέκταση σε κάθε ανθρώπινη υποομάδα, είτε χαρακτηρίζεται από σεξουαλικές είτε από μουσικές ή ακόμη και διατροφικές συνήθειες. Δεν υπάρχει άνθρωπος που να μην υποκύπτει στην ευκολία τους, στην απλουστευτική τους δύναμη η οποία καταφέρνει να τιθασεύσει μια εκστατικά ακατανόητη και τρομακτικά χαοτική πραγματικότητα, τοποθετώντας (βασικά πετσοκόβοντας) την σε βολικά ερμηνευτικά κουτάκια. Κανείς δεν έχει ανοσία…

Διαβάζοντας πάλι την πρώτη πρόταση του κειμένου και προσπαθώντας να βρω την κατάλληλη αλληλουχία προσέγγισης στο ευαίσθητο αυτό θέμα, διαπιστώνω ότι ο ρατσισμός θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί ως ένα ζήτημα …γραμματικής. Ίσως ένας εναλλακτικός (πιθανώς και ακριβέστερος) ορισμός του ρατσισμού να είναι η εστίαση στο επίθετο και όχι στο ουσιαστικό. Παρατηρείται παντού: στην πολιτική, στη μουσική, στην τέχνη ευρύτερα, στη ζωή καθολικότερα. Η αβασάνιστη χρήση των επιθέτων, η αυθαίρετη απόπειρα περιγραφής-απόδοσης-διαστροφής της ουσίας, σε ορισμούς αλλά και περιορισμούς. Ιδιότητες οι οποίες έχουν κάποιο νόημα (και πάλι όχι μονοσήμαντο και αντικειμενικό) στο ατομικό επίπεδο, ιδιότητες όχι κατ’ ανάγκη αρνητικές, προεκτείνονται για να περιγράψουν ανθρώπινα σύνολα. Και έτσι από την ουσία του κάθε Γιάννη, Μαχμούτ ή Φριτς, περνάμε στην επιθετική γενίκευση της ομάδας. Μια γενίκευση η οποία όταν οι συνθήκες το ευνοήσουν μπορεί να μετατραπεί σε κατά κυριολεξία «επιθετική»…
KKKΚαι θα το επαναλάβω. Κανείς δεν έχει ανοσία. Ο ρατσισμός μοιάζει με σπόρο ο οποίος επωάζεται εν υπνώσει, μπορεί να μένει ανενεργός σε λανθάνουσα κατάσταση για χρόνια, αλλά όταν το πολιτικό και κυρίως το οικονομικό περιβάλλον γίνει κατάλληλο, θα ανθήσει πριν κανείς να καταλάβει τι συνέβη. Στη χώρα μας ανατραφήκαμε με τη βολική (αυτο)κολακευτική αφήγηση ότι ο Έλληνας αποστρέφεται εκ φύσεως το ρατσισμό, δεν γνωρίζει από διακρίσεις, αυτά είναι ζιζάνια του διαβόλου που φύονται στη διεφθαρμένη «άθεη» Δύση και όχι εδώ στην ανεκτική Ανατολή. Για τον δε έλληνα του ’50 και του ’60, ο ξένος ήταν κάτι το εξωτικό (σαν τον αράπη του Ζαμπέτα) και λάγνα μακρινό (σαν τις αραπίνες του Τσιτσάνη) ή φυσικά …τουρίστας. Βέβαια η περίφημη ελληνική φιλοξενία περιοριζόταν στη λογική «την ελιά σου, τη ρακί σου και άμε παρακάτω», η αποδοχή του ξενομερίτη (ασχέτως εθνικής καταγωγής μάλιστα) ήταν μεν δεδομένη, εφόσον αυτός δεν είχε διαθέσεις μονιμότερης εγκατάστασης δε. Θυμάστε την ιστορία της «Μεγάλης Χίμαιρας» του Καραγάτση; Ή την υποδοχή που επιφυλάχθηκε στους μικρασιάτες πρόσφυγες, τους διαβόητους «τουρκόσπορους»; Είναι εύκολο να είσαι ανεκτικός με τον ξένο αρκεί αυτός να μην είναι μέσα στην αυλή σου.

Και ο καιρός έχει βέβαια γυρίσματα. Έτσι φτάσαμε στο σήμερα, με τα εγγόνια ακριβώς εκείνων των «τουρκόσπορων» να έχουν γίνει η μήτρα του πιο ακραίου ελληνικού εθνικισμού και τους παππούδες με μια πενιχρή σύνταξη κλειδαμπαρωμένους πίσω από σύρτες και κάγκελα, για να συνειδητοποιήσουμε ότι οι υστερικές λαοθάλασσες με τα χέρια υψωμένα σε ναζιστικό χαιρετισμό δεν ήταν μια γεωγραφικά και εθνικά ορισμένη ανωμαλία της ιστορίας αλλά μία πανταχού παρούσα απειλή και πιθανότητα.

Η δημιουργία των αντισωμάτων πάντως, πριν φτάσουμε στο κοινωνικό σύνολο, περνάει μέσα από τα ίδια τα άτομα. Εντός μας δίνεται η πρώτη (και καθοριστική) αντιρατσιστική μάχη. Θυμάμαι φίλο να μου εξομολογείται έντρομος ένα στιγμιαίο συναίσθημα ενόχλησης που του δημιούργησαν δύο μαύροι που μιλούσαν δυνατά στην ξένη γλώσσα τους μέσα σε ένα τρόλεϊ. Η ανθρώπινη φύση δεν είναι ούτε εγγενώς αγνή και καλή ούτε προπατορικώς αμαρτωλή. Ας κοιτάξουμε μέσα μας, από εκεί θα ξεκινήσει η όποια αλλαγή.

Η μουσική από την άλλη (για να έρθουμε και στα «δικά» μας) ποτέ δεν άλλαξε, ούτε πρόκειται ποτέ να αλλάξει τον κόσμο. Μπορεί όμως να αποτελέσει πηγή έμπνευσης, αφορμή συγκίνησης ή απλά και μόνο το …soundtrack της αλλαγής. Και ίσως μέσα από την ευκόλως προσιτή πλέον ποικιλομορφία της να καταφέρει να εξοικειώσει τον άνθρωπο με την ύπαρξη του διαφορετικού, του άλλου, μέσα από ένα αντι-ρατσιστικό πνεύμα το οποίο όμως δεν μένει στο μαχητικό «αντι-» αλλά προχωρά σε μια θετική έννοια προσέγγισης και εν τέλει ανοχής και κατανόησης.

Ακολουθεί μια επιλογή τέτοιων τραγουδιών και μουσικών, κομματιών αγαπημένων, όπου φυσικά το μήνυμα δεν καταπιέζει το μέσο (η πολιτικοποίηση έχει ουκ ολίγες φορές γίνει το άλλοθι του κάθε ατάλαντου).
Λένα Πλάτωνος1. Εμιγκρέδες της Ρουμανίας – Λένα Πλάτωνος
Μέσα στους σκοτεινούς διαδρόμους μιας πολυκατοικίας… Μυρωδιές κάρυ μπλέκονται με μυρωδιές από τηγανητή σόγια. Τα τριξίματα από τις παλιές υδρορροές, το ασανσέρ και όλοι αυτοί οι ήχοι που κάνουν την πολυκατοικία ώρες-ώρες να μοιάζει ένα ζωντανό σώμα. Φωνές που αντηχούν, άλλες δυνατές, άλλες διακριτικές, λέξεις ξεκόβονται, άλλες γνωστές άλλες ακατάληπτες. Μπύρες στα σκαλοπάτια, μπουγάδες στον ακάλυπτο. «Πόσο μ’ αρέσει ν’ ακούω τους ανθρώπους να ανεβαίνουν με το ασανσέρ και να μιλάνε ρουμάνικα». Μια λεπτεπίλεπτη ανθρώπινη ποιητική της καθημερινότητας, από τα πιο τρυφερά κομμάτια της Λένας, υπαινικτικό, απλό, χωρίς μεγάλα λόγια, χωρίς πομπώδεις διακηρύξεις. «Πιθανότητες ευτυχίας, στην περιοχή της αμερικάνικης πρεσβείας»… Ήταν 1985, θα μπορούσε όμως να είναι οποτεδήποτε…

2. Bein’ Green – Kermit the Frog
«Είναι δύσκολο να είσαι πράσινος» τραγουδά τα βάσανα του ο βάτραχος των παιδικών (και όχι μόνο) χρόνων μας (όχι δεν έλεγε για το …ΠΑΣΟΚ). Αναμφίβολα ο πιο απλοϊκός ρατσισμός είναι αυτός του χρώματος. Γενικά η …χρωματολογική βάση του ρατσισμού είναι σχεδόν σουρεαλιστική αν αναλογιστεί κανείς ότι η ουσιαστική διαφορά ενός λευκού κι ενός μαύρου είναι μια διαφορά στην παραγόμενη ποσότητα μελανίνης, μιας σχετικά απλής πρωτεΐνης, της ίδιας δηλαδή ουσίας την οποία προσπαθούν να παράγουν οι λευκοί πασαλειβόμενοι με διάφορα αμφίβολα σκευάσματα και λιαζόμενοι ολημερίς στις παραλίες. Κι ας μην μπλέξουμε με το περιλάλητο DNA, το κάθε «εθνικό» αίμα (υποθέτω με τα αιμοσφαίρια να κουβαλάνε …σημαιάκια) και τον φετιχισμό των γονιδίων, έννοια την οποία μάλιστα η αιχμή της σύγχρονης επιστήμης αφήνει σιγά-σιγά πίσω. Αλήθεια πάντως, δεν ξέρω πως θα αντιμετώπιζε ο μέσος «ουγκ» ρατσιστής την επίγνωση της γονιδιακής του ομοιότητας με είδη όπως ο χιμπατζής ή η κοινή …φρουτόμυγα…

3. Indian Reservation – Paul Revere & the Raiders
Είναι γνωστό ότι η Ιστορία γράφεται από τους νικητές αλλά και ότι η Ιστορία γράφεται και ξαναγράφεται συνέχεια για να δικαιώσει το εκάστοτε παρόν ή να στηρίξει την αυτοαναφορική αφήγηση ενός έθνους. Στα δικά μας σχολεία μαθαίνουμε από νωρίς για την αποικιακή εξάπλωση των αρχαιοελληνικών πόλεων (η οποία προφανώς πραγματοποιήθηκε εν κενώ) και για την εκστρατεία του Αλεξάνδρου η οποία έγινε προς εκπολιτισμό των «βάρβαρων» Περσών (ως γνωστόν τα φουσάτα του στρατηλάτη δεν κουβαλούσαν δόρυα και τόξα παρά μόνο …ογκώδεις τόμους ελλήνων φιλόσοφων). Έτσι έγινε και με τους επονομαζόμενους (από τον Κολόμβο ο οποίος νόμιζε ότι έφτασε στις …Ινδίες) Ινδιάνους. Αφού τους «ανακαλύψανε», μετά τους εκπολιτίσανε… Όσους δεν είχαν τη διάθεση να δεχθούν τα …φώτα του πολιτισμού, τους έπεισαν με ευλογιά και καυτό μολύβι. Η αντίσταση τους υπήρξε επική και μάταιη (και δυσφημισμένη από ένα ολόκληρο κινηματογραφικό είδος – το western). Και όσους απέμειναν τους έκλεισαν σε θύλακες (τα περίφημα reservations) και ησύχασαν. Το τραγούδι αυτό, φόρος τιμής στην ερυθρόδερμη φυλή, γράφτηκε το 1959, αλλά το έκαναν σουξέ το 1971 ο Paul Revere με το συγκρότημα του.


Billie4. Strange Fruit – Billie Holliday
Κάποιοι λένε (το περιοδικό Time μεταξύ αυτών) ότι είναι το τραγούδι του αιώνα. Η μεγάλη κυρία Billie το ηχογράφησε το 1939, ως δεύτερη πλευρά στο δίσκο, αφού εξαιτίας των στίχων δεν μπορούσε να εμφανιστεί στην πρώτη πλευρά. Αναμενόμενο αν αναλογιστούμε ότι αυτά τα περίεργα φρούτα που αιωρούνται στο δέντρο δεν είναι παρά τα σώματα δύο λυντσαρισμένων μαύρων κάπου εκεί στο σκοτεινό Νότο. Αυτό που ίσως δεν ήταν αναμενόμενο ήταν ότι το τραγούδι έγινε μεγάλη επιτυχία. Η Αμερική μπροστά στις ενοχές της; Ας μην ξεχνάμε ότι μιλάμε για μια εποχή όπου παρά την τυπική κατάργηση της δουλείας ήδη από το 1865, στις περισσότερες πολιτείες ίσχυαν ακόμη οι ρατσιστικοί νόμοι.

5. Maria – Rage Against the Machine
Η Μαρία του κομματιού είναι μια Λατίνα η οποία τραβάει του λιναριού τα πάθη στη νέα της πατρίδα. Παράξενη χώρα η Αμερική. Δημιούργημα μεταναστών, χωρίς το βάρος μιας δήθεν προαιώνιας ιστορίας να εμποδίζει την αφομοίωση καλλιέργησε μια αντίληψη η οποία την οδήγησε στη θέση του κουμανταδόρου του κόσμου όλου. Από την άλλη συντηρητικοποιείται ολοένα και περισσότερο, κλείνεται στον εαυτό της, συμμετέχει σε …πάρτυ τσαγιού και χτίζει ηλεκτροφόρα τείχη στα σύνορα με το Μεξικό. Άραγε να πρόκειται για αυτό που θα ονόμαζα «σύνδρομο του λεωφορείου», ο τελευταίος που μπήκε και βολεύτηκε δυσκολεύει την πρόσβαση στους επόμενους που προσπαθούν να διεκδικήσουν μια φέτα από τον δικό του παράδεισο; Είναι δε ενδιαφέρουσα η γενικότερη παρατήρηση ότι ο ρατσισμός κατά κανόνα στρέφεται από τον φτωχό ενάντια στον ακόμη φτωχότερο, στον απόκληρο, σε αυτόν που δεν έχει στον ήλιο μοίρα. Ο ανήμπορος μετανάστης γίνεται δέκτης βαθύτερου μίσους απ’ ότι το τραπεζιτικό golden boy που έβαλε και τα δυο χεράκια του για να γυρίσουν τα γρανάζια της κρίσης. Και πιστεύω ότι αιτία δεν είναι τόσο ο φόβος για τους «άλλους» που θα μας αρπάξουν το βιος μας, αλλά μια ενδόμυχη προβολή ενός δυσοίωνου μέλλοντος. Γιατί ο μικροαστός με το δανεισμένο από την τράπεζα σπίτι, κατά βάθος γνωρίζει ότι η περίφημη καπιταλιστική κινητικότητα μπορεί εύκολα να τον φέρει στην ίδια αυτή άστεγη και άνεργη μοίρα.

6. Brother Louie – Hot Chocolate
Μόνο αυτή η κατηγορία τραγουδιών θα μπορούσε να αποτελέσει ολόκληρο βιβλίο… Don’t call me nigger whitey, Fight the power, Say it loud, I’m black and I’m proud, μαύροι πάνθηρες, οι Τελευταίοι Ποιητές και τα οργισμένα στιχάκια τους. Επιλέγω το συγκεκριμένο, από τον …αφρό της Καυτής Σοκολάτας (μ’ αρέσει και η λίγο πιο γνωστή -και πιο «λευκή»- διασκευή των Stories) γιατί προτάσσει τον έρωτα, αυτή την προαιώνια ειρηνική γέφυρα μεταξύ των φαινομενικά ασύμβατων και αταίριαστων. Από την άλλη η βίαιη αντίδραση στην ρατσιστική καταπίεση είναι όχι μόνο κατανοητή αλλά και σε πολλές περιπτώσεις επιβεβλημένη και αναπόφευκτη. Έχει όρια; Μεγάλη κουβέντα… Τι γίνεται όταν μετατρέπεται σε έναν «αντίστροφο» ρατσισμό (για τον οποίο ας πούμε κατηγορήθηκε ο Malcolm X); Ο Χατζιδάκις έλεγε ότι όταν πάψεις να φοβάσαι το τέρας τότε αρχίζεις να του μοιάζεις. Μήπως αρχίζεις όμως να του μοιάζεις κι όταν το πολεμάς με τα δικά του μέσα στο ίδιο το προνομιακό του γήπεδο; Ανοιχτός ο προβληματισμός…


Special AKA7. If you have a racist friend – Τhe Special AKA
«Εάν έχεις φίλο ρατσιστή, τότε ήρθε η ώρα η φιλία σας να τελειώσει, δεν πα’ να ‘ναι πατέρας, αδερφός, ξάδερφος ή εραστής»… Μια ελεύθερη μετάφραση των στίχων του καυστικού τραγουδιού ενός συγκροτήματος που διέσωζε την τιμή του ska στην άγρια θατσερική Βρετανία των 80s. Είναι όμως πλέον τόσο εύκολο να ξεχωρίσεις τον ρατσιστή; Δεν φοράνε όλοι κουκούλες ή κράνη με το εθνόσημο, δεν κρατάνε όλοι κλομπ, δεν ψηφίζουν ούτε καν όλοι Χρυσή Αυγή. Υπάρχει ο …μοδέρνος ρατσιστής, ο προοδευτικός και απολιτίκ «ανοιχτόμυαλος». «Δεν είμαι ρατσιστής, δεν έχω πρόβλημα με τους ξένους (με τους …Νεοζηλανδούς για παράδειγμα!), μόνο με τους … (συμπληρώστε κατά βούληση) έχω πρόβλημα». Το διαζύγιο με τη λογική είναι συναινετικό! Υπάρχει ακόμη και η άλλη, ακόμη πιο καμουφλαρισμένη κατηγορία: «μερικοί από τους καλύτερους μου φίλους είναι …. (διάβαζε πίσω από τις γραμμές: είναι η εξαίρεση στον κανόνα! Αλλά… Ακολουθεί πάντα το δηλητηριώδες «αλλά»… Ώρα να θυμηθούμε πάλι τους Specials… Ή στο ίδιο μήκος κύματος, τους They Might Be Giants: «Your racist friend».

8. Clandestino – Manu Chao
Πως γίνεται ένας άνθρωπος να είναι παράνομος εκ γεννησιμιού, σαν να φέρει το κληρονομικό στίγμα; Λαθραίος; Πως είναι δυνατόν σε έναν κόσμο όπου άυλα κεφάλαια μετακινούνται με ένα κλικ του ποντικιού και ταχύτητα φωτός ανά τον κόσμο (ενίοτε με ολέθριες επιπτώσεις), οι άνθρωποι να είναι δέσμιοι των χώματος και των συνόρων; Του «χωρίς χαρτιά» εφιάλτη; Πως η κάποτε παγκόσμια αποικιακή δύναμη μετατράπηκε στο «Κάστρο Ευρώπη»; Τέτοιοι παραλογισμοί βρίσκουν το δρόμο τους στους στίχους του Γαλλο-Ισπανο-Βάσκου Manu. Η μουσική του, μια άλλη παγκοσμιοποίηση ενσαρκωμένη, η στάση του μια αξιοπρεπής συνέπεια έργων και λόγων. Δεν μπορούμε λοιπόν παρά να τον …συγχωρέσουμε για τις ορδές μιμητών σε στυλ και μουσική και όλους αυτούς τους δήθεν illegal που μας φόρτωσε άθελα του.

9. Douce France – Cartes de Sejour
«Γλυκιά Γαλλία, πατρίδα των παιδικών μου χρόνων, σ’ έχω για πάντα στην καρδιά μου» τραγουδά με το συγκρότημα του ο Rachid Taha και η αλγερινής καταγωγής παρέα του (οι αποκαλούμενοι και «Beur»-διαβάστε και λίγο Ιζζό ντε!). Υποθέτω ο συνθέτης και τραγουδιστής του τραγουδιού, ο μεγάλος Charles Trenet θα έβγαλε φλύκταινες όταν άκουσε τη διασκευή αυτή. Σπουδαίος τροβαδούρος ο Trenet αλλά με απροκάλυπτες ρατσιστικές απόψεις, ένθερμος γάλλος εθνικιστής και επιπλέον …διασκεδαστής των γερμανικών κατοχικών στρατευμάτων στο Παρίσι (γενικά οι εθνικόφρονες έχουν μια ιδιότυπη άποψη περί πατριωτισμού, για θυμηθείτε και τα δικά μας). Είναι ο ίδιος και οι ομοϊδεάτες που δήλωσαν προσβεβλημένοι όταν η όχι και πολύ λευκή γαλλική ομάδα κατέκτησε το Μουντιάλ στο ποδόσφαιρο το 1998. Δεν γνωρίζω αν αισθάνθηκε την ίδια προσβολή όταν έσκασαν τα φλεγόμενα γεγονότα στο Κλισύ το 2005. Δεν τα πρόλαβε, είχε πεθάνει από το 2001…


Enrico10. J’ai quitte mon pays – Enrico Macias
Άλλος ένας «μαυροπόδαρος» Αλγερίνος (pieds noir). Εβραϊκής καταγωγής μάλιστα (διπλό το «κακό»!) H κιθάρα στενάζει, οι νότες της στάζουν μελαγχολία και νοσταλγία, η φωνή είναι θρηνητική για την πατρίδα, τον ήλιο, τον φίλο που μένει πίσω. Αλήθεια πόσοι είναι αυτοί που θέλουν να εγκαταλείψουν την πατρίδα τους, να γίνουν μετανάστες, μέτοικοι (για να θυμηθώ και το ομώνυμο τραγούδι του «δικού» μας Georges Moustaki), και να πάνε σε τόπο ξένο να χτίσουν εκεί το γαλλικό, το γερμανικό, το αμερικάνικο ή το ελληνικό όνειρο; Ο μετανάστης του Macias τουλάχιστον φεύγει με το πλοίο της γραμμής… Άλλοι δεν είναι τόσο «τυχεροί»…

11. Μιλώ για τα παιδιά μου – Βίκυ Μοσχολιού
Πόσο γρήγορα ξεχάσαμε… Πως ένας καθαρά μεταναστευτικός λαός, που ήδη από τα αρχαία χρόνια το 40% του ζούσε εκτός της μητρόπολης, έγινε ξενόφοβος, κλειστός και φοβισμένος. Ξεχάστηκε λοιπόν το νησί του Ellis, λησμονήθηκαν οι ανθρακωμένες στοές του Βελγίου; Ποιος σημερινός νέος μπορεί πραγματικά να συναισθανθεί το αίσθημα εκείνου του παλιού συνομήλικου του, ο οποίος φεύγοντας από το μετεμφυλιακό χωριό του αντίκριζε τον θηριώδη σιδηροδρομικό σταθμό του Μονάχου; Τι να του λέει άραγε ο τρόμος της βάρδιας στη φάμπρικα όπου «ήταν το νούμερο οκτώ», εκεί στην ξένη χώρα; Ποιος έχει νιώσει την κλωτσιά στη Στοκχόλμη, χωρίς λόγο και αιτία που ακόμη θυμάται ο πατέρας μου ακόμη και μετά από σαράντα χρόνια; Πόσοι αναγνωρίζουν την βρισιά wogs; Ακόμη και ιστορικοί έχουν διαγράψει τα δημοσιεύματα στις εφημερίδες για «έλληνες κλέφτες, βρώμικους αλήτες». Και σήμερα τα παιδιά δεν ρωτάνε πια «τα τραίνα που είναι στο σταθμό που πάνε;» Σήμερα τα τραίνα και τα πλοία φέρνουν άλλες μάνες… Με ονόματα περίεργα, ξενικά, με πρόσωπα ανοίκεια, που μάλλον δεν καταλαβαίνουν γρυ από τους στίχους αυτού του συγκλονιστικού τραγουδιού που έγραψε ο Γιάννης Μαρκόπουλος (στους «Μετανάστες», ίσως το καλύτερο του έργο) και τραγούδησε με μοναδική ενσυναίσθηση η Βίκυ Μοσχολιού… Λησμονήσαμε τόσο εύκολα λοιπόν;

12. Η Ιστορία της Μαρίας No 1 & 2 – Βασίλης Νικολαΐδης
Πάντα δυσκολευόμουν να διαβάσω τα αριστερά έντυπα. Ακόμη κι όταν τις περισσότερες φορές συμφωνούσα με τα γραφόμενα. Είχα την άβολη εκείνη αίσθηση όταν μέσα από την εφημερίδα …έβγαινε ένα χέρι σφιγμένο σε γροθιά, απειλητικό και διδακτικό συνάμα. Κείμενα σοβαρά, ξύλινα, άκαμπτα, πιο άνυδρα κι από …κυκλαδίτικο νησί μες στον Ιούλιο! Πικραμένη (και) αυτή η ιστορία για την αριστερά… Ξεχνάμε ότι ακόμη και τα πιο βαριά και σοβαρά θέματα, οι πιο προκλητικές απόψεις και ιδέες μπορεί να εκφραστούν με δροσιά στο λόγο. Το χιούμορ μπορεί να αφοπλίσει, να εξοργίσει, να τσιγκλίσει, να ξεσηκώσει, πιο πολύ κι από το πιο επαναστατικό τσιτάτο… Την ίδια ασθένεια έχει κολλήσει και ο συγγενής χώρος του έντεχνου τραγουδιού, ο οποίος επίσης πάσχει από χρόνια σοβαροφανίτιδα. Ποτέ δεν αποχτήσαμε ας πούμε έναν δικό μας Brassens. O Βασίλης Νικολαΐδης υπήρξε μία από τις λίγες εξαιρέσεις. Μέσα στις δύο αυτές ιστορίες, με βιτριολικούς και πανέξυπνους στίχους αφηγείται με μια απλή κιθάρα το πως ο «εσωτερικός» ρατσισμός απέναντι στη «δούλα» Μαρία από την επαρχία της δεκαετίας του ’50, μεταλλάχτηκε σε ρατσισμό εισαγόμενο στην καλοταϊσμένη Ελλάδα του σήμερα, τώρα που το «δουλικό» έχει πια σχιστά μάτια και έχει έρθει από ένα μακρινό αρχιπέλαγος του Ειρηνικού. «Όσοι λύσσαξαν στις φάπες, γίνονται ύστερα οι πιο φρικτοί σατράπες»… Μοναδικός…


Minimal13. Sananat – Minimal Compact
Σαν να ακούω τον σιμούν, τον απειλητικό αέρα της ερήμου να διαπνέει τούτο το τολμηρό κομμάτι της Ισραηλινής post-punk μπάντας. Οι στίχοι τραγουδισμένοι στα εβραϊκά και στα αραβικά. Ταυτόχρονα ακούω στα γίντις το συγκλονιστικό «Undzer shtetl brent» (Η πόλη μας καίγεται) ενός εβραίου ποιητή – ξυλουργού (τι συνδυασμός!) ο οποίος καλεί τους συμπατριώτες του σε (μάταιη) αντίσταση στα γκέτο των Ναζί. Μινόρε και αυτό παρά το ξεσηκωτικό του περιεχόμενο, από έναν λαό που λες κι έχει το θρήνο εγγεγραμμένο στα βαθύτερα του κύτταρα. Και φτάνεις στην απορία: πως μετά τόσους αιώνες διώξεων, από τα αιματηρά πογκρόμ του Μεσαίωνα έως τα κρεματόρια του Άουσβιτς, τα θύματα κατέληξαν στη θέση του στυγνού θύτη; «Νίκη στην Ιντιφάντα» λέει η φωνή που ενώνει πολλές διαδηλώσεις ανά τον κόσμο, η δική μου φωνή διστάζει κάπως, παρά την αυθόρμητη συμπάθεια προς τον αδύναμο. Φοβάμαι τα άκρα του μίσους και της αλληλοεξόντωσης, αυτά που μέσα από τον φανατισμό τους κατ’ ουσία αλληλοτροφοδοτούνται σε έναν αέναο φαύλο κύκλο βίας. Όσοι δε αποπειρώνται να τον σπάσουν, άνθρωποι σαν τον Ντάνιελ Μπάρενμποιμ και τον Έντουαρντ Σαΐντ ας πούμε, τη μεγαλύτερη έχθρα τη συναντούν στο δικό τους στρατόπεδο. Πάντοτε ένιωθα πιο κοντά σε κάτι τέτοιους «προδότες»…

14. Small town boy – Bronski Beat
Ποτέ δεν αισθάνθηκα υπερήφανος για τις όποιες σεξουαλικές μου προτιμήσεις, αν προτιμώ άντρες, γυναίκες ή οτιδήποτε άλλο. Αν μου έπεφτε λόγος όμως, μα τη …γενειάδα του Άνθιμου, θα αισθανόμουν πολύ πιο κοντά στο «Glad to be gay» του Tom Robinson παρά στο γνωστό σύνθημα, η υπερηφάνεια δηλώνει συνήθως αποκλεισμό, υπονοεί ντροπή. Από την άλλη μπορώ να ταυτιστώ με την ιστορία που περιγράφει στο τραγούδια αυτό ο Jimmy Sommerville. Δεν ήταν ποτέ του γούστου μου, ούτε αυτός ούτε τα συγκροτήματα του, οι Bronski Beat και οι Communards. Είχαν κάτι το κραυγαλέο που πάντοτε με απωθεί, και σε ανθρώπους και σε μουσικές. Η κραυγή του Jimmy όμως σε τούτο το κομμάτι, ήταν σχεδόν λυτρωτική, ένιωθες κατά έναν περίεργο τρόπο ότι δεν ήσουν μόνος… (Ξανα)αντιγράφω τον Γιώργο Κοτσώνη από πολύ παλιότερο mic-αφιέρωμα: «Αυτή η θλιμμένη κραυγή μ’ άγγιξε, μ’ ανύψωσε, με πόνεσε, με άλλαξε τρόπο σκέψης, με δάκρυσε, με λύτρωσε.. Ίσως γιατί κατά βάθος επιζητούμε τη συμφιλίωση μ’αυτό που μας φαίνεται διαφορετικό, στην οποιαδήποτε μορφή του, στα πλαίσια κατανόησης του γρίφου με τ’ όνομα ‘άνθρωπος’. Που δεν παύει ν’ αποτελεί τίτλο τιμής, δικαίωμα στον οποίο έχουμε όλοι μας».

15. L’ etranger – Tuxedomoon
Για το τέλος ένα τραγούδι για τον κάθε ξένο. Για τον καθένα ο οποίος νιώθει ξένος κι ας περιστοιχίζεται από τους ομοίους του, από τους συμπατριώτες του, από τους ομοϊδεάτες του, από τους συντρόφους του. Για τον καθένα που αισθάνεται διαφορετικός, κι ας μην φαίνεται, κι ας κρύβεται, κι ας (αυτο)καταπιέζεται. «Δεν ήταν λάθος δικό μου που ήμουν ένας ξένος». Μια συγκλονιστική λέξη προς λέξη ερμηνεία από τον Κινέζο ζωντανεύει τις αθάνατες σελίδες του Καμύ…

Και κάποια ακόμη που ήθελα να συμπεριλάβω:
Mandela Day – Simple Minds
Biko – Peter Gabriel
Griechischer Wein – Udo Juergens
People are people – Depeche Mode
Ebony and Ivory – Paul McCartney & Stevie Wonder
Southern Man – Neil Young
Everyday People – Sly & the Family Stone
Αλβανικό – Ωχρά Σπειροχαίτη

=============================================================

αναδημοσιευει ο Μανικάκος

http://wp.me/p1pa1c-hCi


Και να, τι θέλω τώρα να σας πω…


Και να, τι θέλω τώρα να σας πω
Μες στις Ινδίες,μέσα στην πόλη της Καλκούτας,
φράξαν το δρόμο σ’ έναν άνθρωπο.
Αλυσοδέσαν έναν άνθρωπο ‘κει που εβάδιζε.
Να το λοιπόν γιατί δεν καταδέχουμαι
να υψώσω το κεφάλι στ’ αστροφώτιστα διαστήματα.
Θα πείτε, τ’ άστρα είναι μακριά
κι η γη μας τόση δα μικρή.

Ε, το λοιπόν, ό,τι και να είναι τ’ άστρα,
εγώ τη γλώσσα μου τους βγάζω.
Για μένα, το λοιπόν, το πιο εκπληκτικό,
πιο επιβλητικό, πιο μυστηριακό και πιο μεγάλο,
είναι ένας άνθρωπος που τον μποδίζουν να βαδίζει,
είναι ένας άνθρωπος που τον αλυσοδένουνε.

μικρόκοσμος

Ποίηση : Nâzim Hikmet  
Απόδοση στα ελληνικά : Γιάννης Ρίτσος


Το πίσω σπίτι ( Het Achterhuis )

Πέμπτη 3 Φεβρουαρίου 1944

Αγαπητή Κιττυ

Από στιγμή σε στιγμή περιμένουμε την απόβαση. Αν ήσουν και συ εδώ θα βρισκόσουν και ‘συ τόσο πολύ επηρεασμένη όπως κι εγώ με με αυτή την είδηση ή ίσως και θα γέλαγες μαζί μας γιατί έχουμε τζάμπα τρελαθεί. Όλες οι εφημερίδες είναι γεμάτες από αυτές τις ειδήσεις που ταράζουν τόσο πολύ τους ανθρώπους. (περισσότερα…)