δαγκανίδια άνευ λόγου ….

ο Πρίγκηπας-21 χρονια μετα

6 Δεκέμβρη, ημερα σημαδιακή….

φόρος τιμής στον Παύλο Σιδηρόπουλο.

Στη Θεσσαλονίκη, ο Σιδηρόπουλος, νεαρός φοιτητής και μακριά από την οικογένειά του, ξεκίνησε τη μουσική του σταδιοδρομία. Χαρακτηριστική για το ξεκίνημά του είναι η μαρτυρία του τότε συγκάτοικού του, τραγουδοποιού Βαγγέλη Γερμανού.

Δάμων και Φιντίας

Την περίοδο εκείνη ο μουσικός Παντελής Δεληγιαννίδης έπαιζε κιθάρα με τους Olympians. Ο Παύλος τον άκουσε και ενθουσιάστηκε: «Ξεχώριζε ο άνθρωπος, δεν είχε καμία δουλειά με τον Πασχάλη και τους υπόλοιπους» έλεγε σε συνέντευξή του [Οκτώβρης 1982, περιοδικό Μουσική]. Τα κοινά ακούσματά τους πολλά –blues, Eric Clapton, Cream, John Mayall κ.ά.- και έχοντας κι ο Παύλος ήδη κάποιες πρώτες συνθέσεις, του πρότεινε να συνεργαστούν. Δημιούργησαν το ντουέτο Δάμων και Φιντίας (1, 2), κατέβηκαν στην Αθήνα και άμεσα -μέσα στη διετία 1970-1971- ηχογράφησαν για τη Lyra (μέσω του label της Zodiac) τον πρώτο τους μικρό δίσκο 45 στροφών, με τα τραγούδια «Ξέσπασμα» και «Ο κόσμος τους». Συμμετείχαν επίσης -ανάμεσα σε μουσικούς και σχήματα όπως η Δέσποινα Γλέζου, Εξαδάκτυλος, Socrates– στη ζωντανή ηχογράφηση «Ζωντανοί στο Κύτταρο» με τα κομμάτια τους «Απογοήτευση» και «Ο Γέρο-Μαθιός». Το πρώτο περιλαμβανόταν στον κυρίως δίσκο, ενώ το δεύτερο αποτελούσε τη μία όψη ενός μικρού δίσκου 45 στροφών που συνόδευε τις πρώτες παρτίδες της έκδοσης (στην άλλη όψη  του δίσκου αυτού υπήρχε η εξελληνισμένη από τον Τάσο Φαληρέα εκδοχή του ‘The Road Ladies’ του Frank Zappa, με το Δημήτρη Πουλικάκο και τους Εξαδάκτυλος).

Μπουρμπούλια

Το 1972 οι Δάμων και Φιντίας συνεργάστηκαν με το Νίκο Τσιλογιάννη (τύμπανα) και το Βασίλη Ντάλλα (μπάσο, κιθάρα) από τα Μπουρμπούλια, διατηρώντας το ίδιο όνομα στη νέα ροκ μπάντα που δημιούργησαν (1, 2, 3, 4, 5). Από την ετικέτα Zodiac της Lyra, κυκλοφόρησαν ένα μικρό δίσκο με τα τραγούδια «Ο Ντάμης ο ληστής» (εξαιτίας του φόβου της λογοκρισίας μετονομάστηκε ως «Ο Ντάμης ο Σκληρός») και «Απογοήτευση», σε μουσική του Δεληγιαννίδη και -στο ένα- στίχους του Σιδηρόπουλου. Στις εμφανίσεις τους έπαιζαν πέντε κομμάτια τα οποία θα κυκλοφορούσαν σε δίσκο, κάτι που όμως δεν έγινε ποτέ. Γι’αυτό το υλικό, είχε μιλήσει ο Παύλος, το Φλεβάρη του 1973: «Όλα τα κομμάτια στηρίζονται στη δημοτική μουσική και το κλασικό ροκ και ένα από αυτά έχει προκλασικά στοιχεία. Είναι «Το ξέρεις θα ’μαι μακριά» βασισμένο στη μακεδονίτικη μουσική, «Ο Καμπούρης», που αποτελείται από δύο μέρη, το ένα από τα οποία είναι βασισμένο σε στοιχεία της προοδευτικής τζαζ και «Ο θάνατος του Βασιλιά Σαρδόνιου», πάνω σε στοιχεία δημοτικά και προκλασικά». [συνέντευξη στην Όλγα Μπακομάρου, περιοδικό Φαντάζιο]. Σύμφωνα με μεταγενέστερες μαρτυρίες του Παύλου, υπήρχαν και τα κομμάτια «Η ερημική χώρα» και το δημοτικό αφιέρωμα «Στην Ελευθερία». Το τελευταίο, μαζί με το τραγούδι «Ο Καμπούρης», είχαν κινηματογραφηθεί για τη μοναδική μουσική τηλεοπτική εκπομπή της εποχής, Δισκοθήκη για νεολαία του Νίκου Μαστοράκη, αλλά δεν προβλήθηκαν ποτέ εξ αιτίας της λογοκρισίας του χουντικού καθεστώτος.

Γενικότερα ως ήχος, τα Μπουρμπούλια, στη μετασαββοπουλική συγκεκριμένη φάση τους, εξέφραζαν μια τάση παντρέματος της ροκ με την παραδοσιακή μουσική και τον ελληνικό στίχο. Διαλύονται στις αρχές του 1974, αφού από τις τάξεις τους πέρασαν και πολλοί άλλοι μουσικοί (Άρης Τασούλης, Νίκος Πολίτης, Γιάννης Σπυρόπουλος, Γιώργος Κουβαράς).

Συνεργασία με το Γιάννη Μαρκόπουλο

Είναι η εποχή της μεταπολίτευσης και «η ροκ σκηνή δεν έχει νόημα ύπαρξης πλέον γιατί το πολιτικό τραγούδι κυριαρχεί. Οι περισσότεροι μουσικοί ή φεύγουν έξω ή σιωπούν», όπως αφηγείται ο Σιδηρόπουλος το Σεπτέμβριο του ’90 -στην τελευταία συνέντευξή του, στο Δημήτρη Δημητράκα και τον Rock FM. Προκειμένου να κάνει ο,τιδήποτε άλλο τότε, δούλεψε για κάποιους μήνες στο εργοστάσιο του πατέρα του, αλλά φαίνεται πως δεν το άντεχε. Κάπου εκεί και μέσα στη δημιουργική απελπισία του, συμφωνεί να συνεργαστεί με το συνθέτη Γιάννη Μαρκόπουλο, ο οποίος ήρθε σε επαφή μαζί του μέσω του Π. Ζέρβα, ιδιοκτήτη των κλαμπ Κύτταρο και Ροντέο. Ο Σιδηρόπουλος συνεργάστηκε με το Μαρκόπουλο από το 1974 έως το 1976, ως σατιρικός τραγουδιστής και ηθοποιός. Μετά τις πρώτες πρόβες, ο Παύλος θυμόταν πως «ο Μαρκόπουλος σχεδόν απαγόρεψε στον οποιονδήποτε φίλο του να με πλησιάσει. Με σύστηνε πάντα με χαμόγελο ως ο ροκ επικίνδυνος τρόπος ζωής, αλλά φαίνεται ότι ασκούσα κάποια έλξη απάνω του γι αυτόν ακριβώς τον τροπο της ζωής». Συμμετείχε σε τρεις δίσκους του Γιάννη Μαρκόπουλου:

«Θεσσαλικός Κύκλος» (1974, ΕΜΙ), με τα τραγούδια «Εισαγωγή – Τελάλης», «Το τηλέφωνο» (μαζί με τη Λιζέττα Νικολάου), «Η Βασίλω» και «Το Γράμμα» (μαζί με το Λάκη Χαλκιά).

«Ανεξάρτητα» (1975, ΕΜΙ), με το σκωπτικό τραγούδι «Τούμπου Τούμπου Ζα» (μαζί με το Λάκη Χαλκιά) και

«Οροπέδιο» (1976, ΕΜΙ), όπου ερμήνευσε το «Δεν Ήρθα σαν Ξένος» σε ποίηση Μιχάλη Κατσαρού (με τη συμβολή του κιθαρίστα Γιάννη Σπάθα των Socrates).

Στις 4 & 6 Οκτωβρίου του 1976, ο Παύλος συμμετείχε στις συναυλίες του Μαρκόπουλου στο Ηρώδειο, οι οποίες ηχογραφούνται -αλλά θα μείνουν στο ράφι για δύο δεκατίες και πλέον, μέχρι το 1990 που κυκλοφορεί το διπλό άλμπουμ «Η Συναυλία στο Ηρώδειο». Με τις συναυλίες αυτές ολοκληρώνεται ο πρώτος κύκλος συνεργασίας του Σιδηρόπουλου με το Μαρκόπουλο. Στα τέλη του 1986, ο Παύλος συνεργάζεται ξανά με το συνθέτη για το δίσκο «Τολμηρή Επικοινωνία», όπου ερμηνεύει τα τραγούδια «Μάθε το Ζήτω», «Ώρα Μηδέν» (μαζί με τη Μαρία Φωτίου), «Παπαντόπ Ντοπ Ντοπ» (μαζί με το συνθέτη), «Ηλεκτρικός Θησέας» (μαζί με τη Μαρία Φωτίου), ενώ απαγγέλει και τα ποιήματα «Γραμμή ανοιχτή» του Δημήτρη Βάρου και «Σκηνή της αφίξεως στη Γένοβα» του Γιώργου Χρονά.

Για την περίοδο εκείνη και τη συνεργασία αυτή, ο Παύλος εξηγούσε –το Μάιο του 1979: «Δεν ήμουν δημιουργός. Ήταν μια εμπειρία ως εκτελεστής. (…) στην αρχή μπήκα ασυνείδητα στο χώρο του Μαρκόπουλου, αλλά στην πορεία επάνω μπήκα συνειδητά. Ήταν μια εμπειρία αυτό που λένε σύγχρονο ελληνικό τραγούδι, που δεν μου πρόσφερε καμία συγκίνηση ή πολύ ελάχιστες» [συνέντευξη στο περιοδικό Μουσική, τεύχος 18]. Η συνεργασία του με τον Γιάννη Μαρκόπουλο, δεν ήταν παρά ένα διάλειμμα στις προσωπικές και καλλιτεχνικές του ανησυχίες και ενώ είχε πρόταση να συνεχίσει, μαζί με τη Βίκυ Μοσχολιού, ο Παύλος αρνήθηκε, επιστρέφοντας οριστικά και αμετάκλητα στον αυθεντικό ροκ ήχο και ουσιαστικά στον ίδιο του τον εαυτό. Η χρονική περίοδος αυτή ταυτίζεται με το δημιουργικό διάστημα κατά το οποίο ο Σιδηρόπουλος έγραψε τους στίχους και τη μουσική του πρώτου μεγάλου δίσκου του, «Φλου».

Σπυριδούλα

Στα τέλη του 1977, ο Σιδηρόπουλος, έχοντας ήδη έτοιμο το υλικό για το δίσκο «Φλου», γνωρίζεται με τους Σπυριδούλα (1 3), οι οποίοι τότε ήταν ένα νέο ροκ συγκρότημα -είχαν δημιουργηθεί το Σεπτέμβριο εκείνης της χρονιάς από τους αδερφούς Σπυρόπουλους, Βασίλη και Νίκο, αλλά μέσω των συχνών ζωντανών εμφανίσεων είχαν ήδη γίνει γνωστοί στη ροκ σκηνή. Άρεσαν και στον Παύλο «γιατί δεν είχαν μεγάλη τεχνική κατάρτιση, το παίξιμό τους είχε αίσθημα, γουστάρανε που παίζανε, δηλαδή κινιότανε το πράγμα πάνω στο πάλκο» [σε συνέντευξή του στο Λάκη Παπαδόπουλο, περιοδικό Ποπ+Ροκ, τεύχος 6].

Μέσα στο 1978, Σιδηρόπουλος και Σπυριδούλα δίνουν μαζί συναυλίες, με τον Παύλο αρχικά να συμμετέχει σε διασκευές τραγουδιών (κυρίως των Rolling Stones). Την άνοιξη του ίδιου χρόνου, ύστερα από ανακατατάξεις στο ανθρώπινο δυναμικό, το συγκρότημα καταλήγει στη σύνθεση με την οποία ξεκίνησε τα sessions του «Φλου» (ΕΜΙΑΛ, 1979): ο Παύλος στη φωνή και τα κρουστά, Βασίλης και Νίκος Σπυρόπουλος στις ηλεκτρικές και ακουστικές κιθάρες (με το Νίκο να παίζει επίσης πλήκτρα και φλάουτο), ο Τόλης Μαστρόκαλος στο μπάσο και ο Ανδρέας Μουζακίτης πίσω από τα τύμπανα (ο οποίος κατά τη διάρκεια των ηχογραφήσεων, θα δώσει τη θέση του στον Τάσο Φωτοδήμο). Το γκρούπ υπογράφει στην ΕΜΙΑΛ (EMI Columbia) και αρχίζει ηχογραφήσεις με παραγωγό τον Θόδωρο Σαραντή, ενώ ο Μάνος Ξυδούς αναλαμβάνει το συντονισμό. Οι ηχογραφήσεις ολοκληρώνονται μέσα στο 1978, αλλά ο δίσκος θα κυκλοφορήσει το Μάιο του ’79. Στο δίσκο συμμετέχουν φίλοι μουσικοί (Δημήτρης Πολύτιμος, Νίκος Πολίτης, Γιώργος Μαγκλάρας κ.α.), ενώ στην ψυχεδελική «Ώρα του Stuff» κάνει φωνητικά η Δήμητρα Γαλάνη. Αξίζει να σημειωθεί πως το «Φλου» ψηφίστηκε από τους συντάκτες του περιοδικού Ποπ+Ροκ -σε σχετικό αφιέρωμα τον Οκτώβριο του 1992– ως το καλύτερο άλμπουμ στην ιστορία της ελληνικής ροκ σκηνής.

Μετά από λίγους μήνες -και αρκετές συναυλίες για την προώθηση του δίσκου- η συνεργασία του Παύλου με το συγκρότημα τελειώνει. Έναν από τους λόγους που έπαιξαν ρόλο σ’αυτό, εξηγεί διακριτικά ο Σιδηρόπουλος: «Τα παιδιά στη Σπυριδούλα ήθελαν μια πιο μαρξιστική τοποθέτηση. Τα παιδιά θέλανε ένα γκρουπ με συγκεκριμένη πολιτική θέση, πράγμα στο οποίο εγώ δε συμφωνούσα και εκεί βρήκαμε ότι δεν ταιριάζουμε και σταματήσαμε να συνεργαζόμαστε» [συνέντευξη στον Ανδρέα Γιαννακουλόπουλο, περιοδικό Μουσική, Οκτώβριος 1982].

Εταιρεία Καλλιτεχνών

Το καλοκαίρι του 1979, ο Σιδηρόπουλος έχει μείνει χωρίς συγκρότημα, αλλά δεν χάνει τον ενθουσιασμό του. Παίζει μαζί με τον Τόλη Μαστρόκαλο και τον Θόδωρο (Τέρρυ) Παπαντίνα (θρυλικός κιθαρίστας της ροκ σκηνής της Θεσσαλονίκης ήδη από τα ’70s), τζαμάροντας στο σπίτι του τελευταίου, οπότε και αποφασίζουν να δημιουργήσουν σχήμα. Στη σύνθεση προστίθενται ο  επίσης Σαλονικιός Στίλπων Νέστορας (ρυθμική κιθάρα) και ο Τζίμης Τζιμόπουλος (τύμπανα). Ο τελευταίος προτείνει να ονομαστεί το γκρουπ Art Associations και ο Σιδηρόπουλος συμφωνεί, αλλά με το όνομα να αναγράφεται στα ελληνικά και …εγένετο Εταιρεία Καλλιτεχνών. Έπαιζαν ροκ εν ρολ της δεκαετίας 1955-1965, αλλά και δικά τους κομμάτια, τα οποία αν και σχεδίαζαν να δισκογραφήσουν, αυτό δεν έγινε ποτέ. Οι κριτικές του μουσικού Τύπου για τις εμφανίσεις τους ήταν εντυπωσιακές -ενδεικτικά: «η Εταιρεία Καλλιτεχνών έχει μια αρμονία που διαχέει μυστηριακή συγκίνηση», «ένα καταπληκτικό σύνολο με βαθιά αίσθηση του ροκ εν ρολ, που κινητοποιεί τον κόσμο και απελευθερώνει τελείως την ένταση».  Ένα χρόνο μετά, ο Παύλος θα πει για το γκρουπ: «Μπορεί όλοι να ‘μαστε από διαφορετικά μουσικά ρεύματα επηρεασμένοι, αλλά τα μουσικά αυτά ρεύματα είναι του ροκ εν ρολ και όλοι μας γουστάρουμε να παίζουμε ροκ εν ρολ». Όμως, αυτά τα διαφορετικά μουσικά ρεύματα φάνηκαν τελικά ισχυρότερα και η Εταιρεία Καλλιτεχνών διαλύθηκε μετά από μια βραχύβια παρουσία, αφήνοντας πίσω της όλες κι όλες τέσσερις ηχογραφήσεις, διασκευές γνωστών ροκ κομματιών, οι οποίες παρέμεναν ανέκδοτες μέχρι πρότινος, στο αρχείο του Παπαντίνα. Πρόκειται για τα τραγούδια ‘You really got me’ των Kinks, ‘So you want to be a rock’n’roll star’ των Byrds, ‘We gotta get out of this place’ των Barry Mann & Cynthia Weil (γνωστό από τους Animals) και το ‘As I went out one morning’ του Bob Dylan, ηχογραφημένα όλα ζωντανά στο αθηναϊκό club Skylab τον Οκτώβρη του ’79.

Ο Σιδηρόπουλος συνεχίζει τις εμφανίσεις του σε ροκ συναυλίες συνοδευόμενος για λίγο καιρό από τους ανερχόμενους Sharp Ties. Κάπου εκεί -και πριν τη δημιουργία των Απροσάρμοστων- τοποθετείται χρονικά η δημιουργία ενός βραχύβιου σχήματος που ονομαζόταν Μουρμούρα και το οποίο αποτελούσαν παλιοί γνώριμοι (Σιδηρόπουλος, Ντάλλας, Τζιμόπουλος), ο Πιερ Χωρέμης και ο Νίκος Γιαννάτος. Θυμάται σχετικά ο Γιαννάτος: «Η Μουρμούρα έπαιξε ένα καλοκαίρι στον Φλοίσβο στο Φάληρο κι έκανε μερικές σποραδικές εμφανίσεις εδώ κι εκεί. Απ’ ότι έλεγαν ο Παπαντίνας και ο Μαστρόκαλος που μας είχαν ακούσει, παίζαμε καλά. Μετά ήρθε πάλι η πρέζα, το γκρούπ διαλύθηκε και ο Παύλος έβγαλε το δίσκο Εν Λευκώ» [συνέντευξη στον Αντώνη Μποσκοΐτη, περιοδικό Οδός Πανός, Μάιος 2011]

Απροσάρμοστοι

Αρχές του 1980, ο Παύλος Σιδηρόπουλος βρίσκεται και πάλι στη διαδικασία αναζήτησης μουσικών. Όλα δείχνουν ότι πλέον αναζητά μια μόνιμη μπάντα που να μπορεί να ανταποκρίνεται στο όραμά του και να αφοσιωθεί σ’αυτό το σκοπό. «Ξέρω πολλούς κιθαρίστες που παίζουν ροκ εν ρολ, αλλά ποιοι είναι ροκεντρολίστες; Η γενιά του ’70 όσον αφορά το ροκ εν ρολ είναι τελειωμένη» έλεγε σε συνέντευξή του στον Τάσο Ψαλτάκη [περιοδικό Μουσικό Εξπρές, τεύχος 26, Δεκέμβριος 1980]. Αυτός είναι και ο λόγος που επιλέγει  νέα παιδιά για το συγκρότημα που φτιάχνει, «γιατί υπάρχει όρεξη… και ύστερα είναι όλοι σε καλή φυσική κατάσταση. Πολλοί από τους παλιούς μουσικούς δεν είναι σε καλή κατάσταση. Η φυσική κατάσταση παίζει πολύ μεγάλο ρόλο. Για να χεις όρεξη να κάνεις κάτι, δηλαδή, κι όχι να ψάχνεις να βρεις χαμένες… παιδικές ευτυχίες…».

Ο Παύλος δοκιμάζει αρκετούς μουσικούς και σιγά-σιγά διαμορφώνεται η τελική σύνθεση της ομάδας που θα ηχογραφήσει τον επόμενο δίσκο. Λέει ο ίδιος, την άνοιξη του ’82, πως «έχοντας αλλάξει και γω δεν ξέρω πόσους μπασίστες και ντράμερ, φτιάχνω το σημερινό μου γκρουπ, τους Απροσάρμοστους. Τώρα πια το γκρουπ είναι έτοιμο και, όπως ξέρεις, σύντομα θα κυκλοφορήσουμε ένα δίσκο, που θα λέγεται «Εν Λευκώ» και που η μουσική και οι στίχοι του είναι δικοί μου. Όπως βλέπεις δεν πολυκαθόμουνα αυτό τον καιρό, αλλά το μυαλό μου στο βάθος βάθος του ήταν πάντα εκεί» [συνέντευξη στον Άκη Λαδικό, περιοδικό Phenomenon, τεύχος 4].

Το συγκρότημα Απροσάρμοστοι αποτελούσαν οι: Οδυσσέας Γαλανάκης (ηλεκτρική κιθάρα), Βασίλης Πετρίδης (ηλεκτρική κιθάρα),  Αλέκος Αράπης (μπάσο) και Κυριάκος Δαρίβας (τύμπανα) -αν και στο «Εν Λευκώ» τύμπανα έπαιξε ο Άκης Σημηριώτης, μιας και ο Δαρίβας υπηρετούσε τη στρατιωτική θητεία του. Το Μάρτιο του ’82, ο Σιδηρόπουλος έρχεται σε νέα συμφωνία με την ΕΜΙ και ξεκινούν οι ηχογραφήσεις του δίσκου, στο στούντιο του Σταμάτη Σπανουδάκη. Το «Εν Λευκώ» (ΕΜΙ, 1985) κυκλοφορεί τον ίδιο χρόνο, προκαλώντας αντιδράσεις -ακόμα και την παρέμβαση της λογοκρισίας.

Οι Απροσάρμοστοι χωρίζουν πρόσκαιρα με τον Παύλο στα τέλη του ’82 και ο Παύλος τραγουδάει τα blues που τόσο του άρεσαν, με τους BUM (Blue United Musicians), στο Ροντέο. Ο ίδιος παραδεχόταν πως ως νέος δεν είχε καμία σχέση με το βαρύ blues του Muddy Waters ή του Howlin’ Wolf «γιατί δεν είχα τραβήξει τίποτα ακόμα. Ήμουνα πιτσιρικάς. Δεν με αντιπροσώπευε καθημερινά στη ζωή μου αυτό το πράγμα, αλλά ταυτόχρονα κάτι μου ‘λεγε ότι «στα λέω γιατί μπορεί να ‘ρθουνε κι αυτά έξω από την πόρτα σου κάποτε»… […] Και με ξένιζε αυτό το μαύρο, το μουντό, το βαρύ πράγμα, αλλά ταυτόχρονα με γοήτευε αφάνταστα. Γιατί εγώ δεν είμαι ροκενρολίστας από γεννησιμιού μου. Είχα ευτυχισμένα παιδικά χρόνια. Αλλά το διάλεξα σαν τρόπο ζωής και ό,τι τράβηξα μετά, το τράβηξα επειδή το ‘θελα, όχι επειδή οδηγήθηκα προς τα’κει.» [συνέντευξη στο Νίκο Πολίτη, περιοδικό Ήχος, Μάιος 1981]

Ο Σιδηρόπουλος ψάχνει παράλληλα για συγκρότημα, μιας και οι Απροσάρμοστοι «αφού μάθανε όσα θέλανε και δέθηκαν, θεώρησαν τους εαυτούς τους φίρμες. Έτσι, κάποια στιγμή, με είπαν αυταρχικό, απόλυτο κλπ. Μετά απ’ αυτά, για τελείως προσωπικούς λόγους δηλαδή, διέκοψα τις επαφές μου μαζί τους. Μόνο ο Βασίλης Πετρίδης, ένας σπουδαίος κιθαρίστας και πραγματικός γνώστης της κιθάρας ήρθε μαζί μου». Τελικά όμως, οι Απροσάρμοστοι τα ξαναβρίσκουν με τον Παύλο και θα παραμείνουν μαζί του μέχρι το τέλος. Αργότερα, στο συγκρότημα συμμετείχαν περιστασιακά ο κιθαρίστας Σπύρος Σούκης και  μόνιμα ο Λουκάς Γκέκας στα πλήκτρα.

Τον Απρίλιο του 1984, ξεκινούν οι ηχογραφήσεις για το άλμπουμ «Zorba the Freak» (ΕΜΙ, 1985). Πλέον, Παύλος Σιδηρόπουλος + Απροσάρμοστοι = (αλλάξανε) Zorba the Freak. Ο Δημήτρης Πουλικάκος αναλαμβάνει την παραγωγή της ηχογράφησης, ενώ πολλοί φίλοι μουσικοί, συνδράμουν σε ένα παρεϊστικο κλίμα -μουσικοί όπως ο κιθαρίστας Δήμης Παπαχρήστου (1953 – 2008), ο πιανίστας–οργανίστας Δημήτρης Πολύτιμος, ο σαξοφωνίστας David Lynch, ο Γιάννης Γιοκαρίνης, ο Πέτρος Σκούταρης των Sharp Ties κ.α. Ο δίσκος κυκλοφορεί στα μέσα του 1985 και περιέχει ορισμένα από τα πλέον δημοφιλή τραγούδια που έγραψε και ερμήνευσε ο Παύλος, όπως τα «R’Ν’R στο κρεβάτι», «Άντε και καλή τύχη μάγκες», «Μίκη Μάου(ς)», καθώς και αναθεωρημένες εκτελέσεις σε παλιότερα κομμάτια του («Απογοήτευση», «Το ΄69»), ενώ για πρώτη φορά γράφει και τραγουδάει στα αγγλικά -στο blues κομμάτι «Clown».

Με τους Απροσάρμοστους, ο Σιδηρόπουλος πραγματοποιεί όλα αυτά τα χρόνια πολλές συναυλίες -σε ιστορικά κλαμπ (Αν, Ροντέο, Cinema, Μετρό, Κύτταρο κ.α.), κινηματογράφους, φεστιβάλ, εκδηλώσεις διαμαρτυρίας, ακόμα και στη Μπιενάλε της Βαρκελώνης. Μια από αυτές τις συναυλίες -το Φλεβάρη του 1989 στη μουσική σκηνή Μετρό– αποτυπώνεται στη δισκογραφική κυκλοφορία «Χωρίς Μακιγιάζ» (ΜΒΙ, 1989), η οποία αποτέλεσε το τελευταίο εν ζωή άλμπουμ για το Σιδηρόπουλο και το μοναδικό ζωντανά ηχογραφημένο. Ο δίσκος περιείχε κυρίως κομμάτια που παρ’ότι παίζονταν συχνά στις συναυλίες, δεν είχαν δισκογραφηθεί ποτέ πριν. Παραγωγός ήταν ο στενός φίλος του Παύλου, Πάνος Ηλιόπουλος, ο οποίος μέσω της δισκογραφικής ετικέτας Η Πόρτα Που Ανοίγει, ήταν και ο μόνος που επιμελήθηκε και μετά το θάνατο του Παύλου την κυκλοφορία άλλων ηχογραφήσεων από ζωντανές εμφανίσεις του.

Ευρύτερη Καλλιτεχνική Δραστηριότητα

Ως Ηθοποιός

Στην τελευταία συνέντευξή του -στο Δημήτρη Δημητράκα, στο Rock FM– ο Σιδηρόπουλος με σαρκασμό ομολογεί ότι κάποια περίοδο θέλησε να ασχοληθεί με την ηθοποιία. Η συμμετοχή του στην ταινία του Ανδρέα Θωμόπουλου «Ο ασυμβίβαστος», τον είχε δελεάσει.
Οι πρώτες του εμφανίσεις ως ηθοποιός έγιναν την εποχή του Μαρκόπουλου, όπου τραγουδώντας στο πάλκο, ζωντάνευε θεατρικά, ευρηματικά και με χιούμορ το περιεχόμενο των τραγουδιών. Ο Μαρκόπουλος εκείνη την εποχή είχε γράψει και τη μουσική στο παιδικό έργο «Ντενεκεδούπολη» της Ευγενίας Φακίνου, ένα πρωτότυπο κουκλοθέατρο από ντενεκεδάκια. Η Φακίνου, το 1977, όταν ανέβασε στο θέατρο Κάβα το έργο της Στο Κουρδιστάν σε μουσική Χρήστου Λεοντή, χρειάστηκε έναν ηθοποιό. Ο Μαρκόπουλος της πρότεινε τον Παύλο και τους έφερε σε επαφή. Συνεργάστηκαν στις παραστάσεις του συγκεκριμένου έργου με τον Παύλο να υποδύεται τον «Μπουλντόζα». Χαρακτηριστική για το κλίμα της εποχής, αλλά και για την άτυπη αντιπαλότητα μεταξύ πολιτικού τραγουδιού και ροκ είναι η ακόλουθη μαρτυρία του συνθέτη Χρήστου Λεοντή: «Ήμουν τόσο απορροφημένος με την κατασκευή του ήχου της παράστασης, εφόσον οι τεχνικές συνθήκες ήταν άθλιες, που δυστυχώς δεν είχα το χρόνο να δουλέψω περισσότερο με τους ηθοποιούς-τραγουδιστές του έργου. Θυμάμαι ότι με ένα κασετόφωνο της κακιάς ώρας και με έναν μετρονόμο προσπαθούσα να αναδείξω τον ήχο των ρολογιών-ξυπνητηριών, που ήταν πολύ βασικός για τη δραματουργική εξέλιξη. Βέβαια, θυμάμαι και τον Σιδηρόπουλο σαν μία ευγενική φυσιογνωμία που τραγούδησε το κομμάτι που είχα γράψει για τον «Μπουλντόζα», τον κακό χαρακτήρα της παράστασης. Δεν μας δόθηκε η ευκαιρία περαιτέρω συνεργασίας, ούτε καν προσωπικής γνωριμίας. Εγώ άλλωστε ήμουν απόλυτα ταγμένος τότε στο πολιτικό τραγούδι, ενώ εκείνος στο αμερικανόφερτο είδος, το λεγόμενο ροκ. Και ροκ με πολιτικό τραγούδι δεν τα έβρισκαν ιδιαίτερα». Από τις παραστάσεις εκείνες δεν υπάρχει καμία ηχογράφηση, ούτε φωτογραφία. Ωστόσο, οι τελευταίες φράσεις του Χρήστου Λεοντή δεν θα έβρισκαν απόλυτα σύμφωνο τον Παύλο. Ο ίδιος υπήρξε ένα ευρέως πολιτικοποιημένο άτομο που μέσα από το ροκ εξέφραζε την επαναστατικότητα του. Γι’ αυτές του τις ιδέες, ερχόταν σε ρήξη με πολλούς στρατευμένους συνθέτες της εποχής, θεωρώντας πως η κραυγαλέα επαναστατικότητα των στίχων που χρησιμοποιούσαν, κατέληγε να μην είναι γνήσια επαναστατική. Κάτι σχετικό είχε δηλώσει στον συγγραφέα-δημοσιογράφο Μισέλ Φάις, τον Σεπτέμβριο του 1990, για το περιοδικό ΗΧΟΣ&HI-FI: «Το ροκ στην Ελλάδα ακόμα είναι επαναστατικό είδος. Δεν έχει χάσει τον κοινωνικό του ρόλο. Ανεβαίνεις στο πάλκο και βλέπεις ότι ο άλλος έρχεται ανοιχτός να σε ακούσει για τα καθημερινά του προβλήματα».
Το 1977 ο Αντρέας Θωμόπουλος, γνωστός ήδη στους αντεργκράουντ μουσικούς και κινηματογραφικούς κύκλους της εποχής από το φιλμ «Αλδεβαράν» του 1976, γράφει το σενάριο της επόμενης ταινίας του με τελικό τίτλο Ο Ασυμβίβαστος. Η μουσική της ταινίας είναι του Γιώργου Θεοδωράκη. Στην ταινία περιέχονται και τα τραγούδια «Να μ’ αγαπάς», «Μη μου μιλάς για τίποτα» «Στον Ύπνο μου», «Τι να σου πω» σε στίχους και μουσική του Αντρέα Θωμόπουλου καθώς και το τραγούδι «Κάποτε θά ‘ρθουν» σε μουσική Μίκη Θεοδωράκη και στίχους Λευτέρη Παπαδόπουλου. Τα γυρίσματα της ταινίας έγιναν το 1977 με πρωταγωνιστή τον Σιδηρόπουλο, ο οποίος και ερμηνεύει τα τραγούδια της ταινίας (το Τι να σου πω ηχογραφήθηκε και με τη φωνή του Γιώργου Θεοδωράκη). Ο Σιδηρόπουλος στην τελευταία του συνέντευξη στον Δημήτρη Δημητράκα για τον ROCK FM θα πει σχετικά: «Με πήρε μια μέρα ο Αντρέας τηλέφωνο και μου λέει: Έχω γράψει ένα έργο για πάρτη σου, μοιάζει πολύ με τη ζωή σου. Το βρήκα λίγο μελό είναι η αλήθεια, αλλά ο Αντρέας μου είπε ότι στο δρόμο θα αλλάξει θα το κάνουμε πιο πειστικό και πιο ανθρώπινο, αλλά δεν έγινε. Το έκανα με μαύρη καρδιά είναι η αλήθεια». Είναι σχεδόν σίγουρο πως με την παραπάνω μαρτυρία του, ο Παύλος αναφερόταν στην αναπροσαρμογή του σεναρίου της ταινίας πάνω στον χαρακτήρα του και την ιδιοσυγκρασία του από τον σκηνοθέτη. (από δω και κάτω μπαίνει στο κομμάτι «Μαρτυρίες» ή «Είπαν για τον Παύλο») Ο ίδιος ο Ανδρέας Θωμόπουλος σε συνέντευξη του στον Αντώνη Μποσκοΐτη για περιοδικό «Δίφωνο» (Δεκέμβριος 2008) θυμάται την πρώτη γνωριμία του με τον Σιδηρόπουλο, αλλά και τη «μοίρα» της ταινίας του, όταν βγήκε στις αίθουσες: « Το 1977 έκανα διαφημιστικές ταινίες. Ένας συνεργάτης μου, ο Τόλης Μαστρόκαλος, εκτός από καλός βοηθός σκηνοθέτη και μπασίστας (έπαιζε με τη Σπυριδούλα), ήταν και καλός φίλος του Παύλου. Ένα ζεστό βράδυ με επισκέφτηκε με τον Παύλο για καφέ και μείναμε για ώρες, στο μπαλκόνι στο Παγκράτι, με δύο κιθάρες, μία φυσαρμόνικα και κάμποσο τσίπουρο. Με τον Παύλο, ανάμεσα στα τραγούδια που του ‘παιξα και του ‘παιξα, ανταλλάξαμε μυθολογίες. Εντυπωσιάστηκα απ’ τη συγκροτημένη σκέψη, την ακρίβεια στο λόγο του, τη φωτογένεια και την ευκολία του να ακούει ένα άγνωστο τραγούδι και να το παίζει αμέσως. Όταν χωρίσαμε εκείνο το βράδυ, ήμουν σίγουρος πως με τον χαρισματικό αυτόν άνθρωπο, θα φτιάχναμε κάτι μαζί. Είχα ήδη αρχίσει να γράφω το σενάριο της επόμενης ταινίας, που είχε προσωρινό τίτλο το διφορούμενο Εύκολος δρόμος. Στη συνέχεια έγινε Ασυμβίβαστος. Οι κριτικές δεν ήταν καλές. Ως προς τον κόσμο, σε κάποιους άρεσε, ενώ κάποιοι άλλοι μίλησαν για ταινία αδιάφορη. Άρεσε όμως στη Γερμανία και παίχτηκε σε εφτά κανάλια εκεί και σε ένα φεστιβάλ στο Κάρλοβυ Βάρι της τότε Τσεχοσλοβακίας βρήκε οπαδούς και τρυφερούς συγγενείς. Μετά το θάνατο του Παύλου, πολλοί πια μιλούν γι’ αυτή την ταινία που απέκτησε μυθικές διαστάσεις. Τέλος, το Να μ’ αγαπάς, το τραγούδι-ορόσημο της ταινίας, προϋπήρχε. Γράφτηκε ένα χρόνο πριν από την ταινία, για την Ηρώ, τη γυναίκα μου και μητέρα των παιδιών μου».
Η ταινία συμμετείχε στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης του 1978 και ένα χρόνο μετά κυκλοφόρησε από τη Lyra ο δίσκος με τη μουσική και τα τραγούδια της ταινίας. Σε ότι αφορά το Κάποτε θα ‘ρθουν, από την, μόλις πέντε λεπτών, συνάντηση του με τον Μίκη Θεοδωράκη, με αφορμή το τραγούδι αυτό, ο Παύλος θα εμπνευστεί για το κείμενο-καταπέλτη που ηχογράφησε στο σπίτι του και κυκλοφόρησε το 1994 στο μεταθανάτιο άλμπουμ του, Εν αρχή ην ο λόγος.
Ο Παύλος εμφανίστηκε και στην τηλεόραση ως ηθοποιός, το 1982, στο σήριαλ Οικογένεια Ζαρντή που σκηνοθέτησε για την ΕΡΤ-1 ο Κώστας Φέρρης. Ο ίδιος ο Φέρρης για τη συμμετοχή του Παύλου στο σήριαλ θα γράψει. «Σ’ έναν πολύ ωραίο ρόλο…ενός οπιομανούς γαλλοθρεμμένου αστού στις αρχές του αιώνα. Σε μία σκηνή του σήριαλ έπαιζε κιθάρα για να τραγουδήσει η Σωτηρία Λεονάρδου το Summertime που της δίδαξε ο Πουλικάκος! Ακόμα, τη μουσική της σειράς έγραψε ο Σταύρος Λογαρίδης. Αυτά κυρίως για να καταφανεί ο σύνδεσμος που κρατούσε αυτή τη γενιά σε διαρκή επαφή σαν μια οικογένεια με τα καλά και τα κακά».
Παρόλο που ο Παύλος δεν ήταν επαγγελματίας ηθοποιός, η τέχνη της υποκριτικής τον είχε κερδίσει τόσο, ώστε, στην προσπάθειά του να την κατανοήσει, έφτασε ν’ αναλύσει σε βάθος ακόμα και τον τρόπο διδασκαλίας της.

Ως συγγραφέας

Το χαρακτηριστικό του καλλιτέχνη Παύλου Σιδηρόπουλου ήταν ότι έγραφε συνεχώς! Σε οποιοδήποτε άδειο χαρτί, απόκομμα, μπλοκ, έστω και σε μισή κενή κόλλα που μπορεί να βρισκόταν μπροστά του, θα αποτύπωνε κάποια σκέψη του, κάποιο συναίσθημα του. Ο Σιδηρόπουλος δεν έγραψε μόνο στίχους, αλλά και ποιήματα, ημιτελή θεατρικά έργα καθώς και κείμενα με πολιτικές και φιλοσοφικές απόψεις. Διάβαζε, ιδιαίτερα ποίηση, αλλά και φιλοσοφία. Συχνά καταπιανόταν με τη συγγραφή διηγημάτων, τα οποία όμως δεν ολοκλήρωσε ποτέ. Έχει σημασία να αναφέρουμε πόσο καθοριστικές υπήρξαν για τον στιχουργό-ποιητή Παύλο οι επιρροές του από το κίνημα της αμερικανικής beat λογοτεχνίας (κυρίως από τον Allen Ginsebearg, κατά τον ίδιο τον Παύλο), χωρίς ν’ αφήσουμε εκτός, τη λεγόμενη rock subculture με βασικότερο εκφραστή της τον Lou Reed. Δεν έλειπαν ακόμη οι στιχουργικές παραπομπές του Παύλου σε σημαντικούς Έλληνες ποιητές: στον Μανώλη Αναγνωστάκη, τον «Ποιητή της Ήττας», στο κομμάτι του, «Οι σοβαροί κλόουν» από το Φλου. Αγαπούσε ιδιαίτερα τον Σεφέρη, τον οποίο θεωρούσε ποιητή παγκόσμιας εμβέλειας, τον Οδυσσέα Ελύτη για την ελληνικότητα της γραφής του, τον Τάκη Σινόπουλο, το Νίκο Καρούζο, και από τη νεότερη γενιά τον Γιώργο Χρονά και τον Δημήτρη Βάρο. Επίσης ανέφερε ως συνειδητή επιρροή του τον Διονύση Σαββόπουλο και τη στιχουργική του, επειδή στην ηλικία των 20 ετών ήταν ο μόνος άνθρωπος που εξέφρασε τις υποψίες του για το κοινωνικό περιβάλλον στην Ελλάδα.
Ώριμος πια ο Σιδηρόπουλος, το Σεπτέμβριο του 1990 θα πει σε συνέντευξη στον Μισέλ Φάις για το περιοδικό ΗΧΟΣ&Hi-Fi: «Νιώθω περισσότερο στιχουργός παρά μουσικός.». Φράση του Παύλου που μέσα σε δυο αράδες συνοψίζει όλη του την οπτική για αυτό το σημαντικό κομμάτι της δημιουργίας του.

Το τέλος

Το φθινόπωρο του 1979, όταν ο Παύλος ήταν 31 ετών, ξεκίνησε η σχέση του με την ηρωίνη. Η καλλιτεχνική του πορεία μετρούσε ήδη εννιά χρόνια και η δημιουργικότητά του, το έργο του και η προσωπικότητά του είχαν για τα καλά αποκαλυφθεί. Στην αρχή ο Παύλος πιστεύει ότι δεν έχει να χάσει τίποτα και ότι θα μπορέσει να ξεμπλέξει εύκολα. Σύντομα σχετικά αντιλαμβάνεται το αδιέξοδο, κάτι που φαίνεται άλλωστε τόσο στους στίχους των κομματιών του όσο και σε συνεντεύξεις του. Πολλές φορές κάνει προσπάθειες να ξεφύγει, και κατορθώνει για κάποια χρονικά διαστήματα να είναι «καθαρός». Είναι οι περίοδοι που ο Παύλοςδημιουργεί ξανά και βάζει στόχους. Δυστυχώς, όμως, παρ’ όλες αυτές τις προσπάθειες, που γίνονται κυρίως ατομικά και χωρίς ποτέ να ενταχθεί σε κάποιο πρόγραμμα αποτοξίνωσης (χαρακτηριστική είναι και η μαρτυρία του Πάνου Ηλιόπουλου στο περιοδικό ΝΤΕΦΙ), τελικά δεν θα τα καταφέρει. Την άνοιξη του 1990 χάνει τη μητέρα του, στην οποία είχε μεγάλη αδυναμία, γεγονός που τον καταβάλλει. Λίγους μήνες αργότερα αντιμετωπίζει ένα σοβαρό πρόβλημα υγείας με το χέρι του (η διάγνωση του Περιφερειακού Γενικού Νοσοκομείου Αθηνών της 18ης Αυγούστου του 1990 ήταν «πάρεση βραχιόνιου αριστερού πλέγματος») και η κακή ψυχολογία του επιδεινώνεται. Παρ’ όλο που η κατάσταση του χεριού του ήταν πολύ σοβαρή και πιθανώς μη αναστρέψιμη, ετοιμάζει με το συγκρότημά του, τους Απροσάρμοστους, τον καινούργιο του δίσκο (πρόκειται για το μεταθανάτιο άλμπουμ Άντε και Καλή Τύχη Μάγκες) και δίνει συναυλίες.
Σύμφωνα με τον Αλέκο Αράπη, τον μπασίστα των Απροσάρμοστων, την προηγούμενη νύχτα του θανάτου του, στις 5 Δεκεμβρίου του 1990, ο Σιδηρόπουλος έφτασε στο στούντιο αρκετά καθυστερημένος και σε αλλόφρονα κατάσταση τσακώθηκε με τους μουσικούς του. Υπάρχει και η μαρτυρία του φίλου του, παραγωγού Πάνου Ηλιόπουλου, κατά την οποία εκείνο το βράδυ ο Παύλος προσπαθούσε απεγνωσμένα να επικοινωνήσει μαζί του από τηλεφώνου. Για την ακρίβεια, ο τηλεφωνητής του Ηλιόπουλου κατέγραψε δεκαπέντε αναπάντητες κλήσεις και δεκαπέντε αντίστοιχα φωνητικά μηνύματα από τον Παύλο. Στις 6 Δεκεμβρίου του 1990, βρισκόμενος στο σπίτι μιας γνωστής του στο Νέο Κόσμο, έπεσε σε κώμα και άφησε την τελευταία του πνοή κατά τη μεταφορά του στον  Ευαγγελισμό, χάνοντας τη μάχη με την ηρωίνη.

Κηδεύτηκε στις 10 Δεκεμβρίου του 1990, στο κοιμητήριο του Κόκκινου Μύλου στη Νέα Φιλαδέλφεια, παρουσία ελάχιστων επωνύμων αλλά πλήθους συγκλονισμένου και βαθειά θλιμμένου κόσμου που είχε κατακλίσει το χώρο για να του πει το τελευταίο αντίο. Σήμερα στον Κόκκινο Μύλο υπάρχει οικογενειακός τάφος στον οποίο βρίσκονται ο Παύλος, η μητέρα του και ο πατέρας του, με την προτομή του Παύλου που φιλοτέχνισε η γλύπτρια Δώρα Βουτσινά.

Απόσπασμα απο την βιογραφία,απο το αρχείο για τον Παύλο που έστησε η αδερφή του,Μελίνα Σιδηροπούλου

pavlos-sidiropoulos.gr

===================================================================================

αφιερωμένο για την ημέρα που διάλεξε να φύγει….

…Και όταν θα ‘ρθουν οι καιροί
που θα ‘χει σβύσει το κερί
στην καταιγίδα
Υπερασπίσου το παιδί
γιατί αν γλιτώσει το παιδί
υπάρχει ελπίδα…

μανικάκος

http://wp.me/p1pa1c-eOI

Advertisements

36 Σχόλια

  1. Anakata-dyomenh

    07/12/2011 στο 15:29

  2. 07/12/2011 στο 15:43

  3. η επίσημη ιστοσελίδα:
    http://pavlos-sidiropoulos.gr/

    07/12/2011 στο 16:00

    • μανικακος

      γκουχου…..το λεει το κειμενο κυρια μου!!!!!!!!!

      07/12/2011 στο 16:02

      • Spin

        κόψτηνε ρε! κόψτηνε!

        07/12/2011 στο 16:04

        • μανικακος

          όι…την αφηνω να εκτεθει λιγακι…ποναει φιο πολυ….. 😀 😀 😀

          07/12/2011 στο 16:04

          • Ρε σεις αφήστε την πάρλα και βάλτε κάνα τραγουδάκι να γουστάρουμε 😀 😀 😀

            07/12/2011 στο 16:06

      • κάνω εξτρά διαφήμιση, έχω τους λόγους μου 😛

        07/12/2011 στο 16:21

  4. 07/12/2011 στο 16:09

  5. Anakata-dyomenh

    07/12/2011 στο 16:14

  6. Anakata-dyomenh

    07/12/2011 στο 16:16

  7. Διασκευή από Διάφανα Κρίνα του «Θάνατος»

    07/12/2011 στο 16:22

  8. Anakata-dyomenh

    07/12/2011 στο 16:24

  9. 07/12/2011 στο 16:46

  10. μανικακος

    Πουλάμε σώμα και ψυχή
    δώστε μας λίγη προσοχή
    στα υπόγεια μαύροι ποντικοί
    λουφάζουνε δύο δύο

    Κατά τ’ άλλα εσείς
    που ‘σαστε υγιείς και αξιοπρεπείς
    βοηθήστε μας και λίγο
    δώστε μας πνοή στέγη και τροφή
    μια ιδέα στεγανή
    που να μη μπάζει κρύο

    07/12/2011 στο 17:30

  11. Μπράβο ρε Μάνι! Σπουδαίο αφιέρωμα!

    07/12/2011 στο 18:43

    • μανικακος

      δες και το αρχειο,εχει ωραια πραμματα.

      07/12/2011 στο 18:43

      • DrAluca

        simon μην πας….
        Ειναι ενα μπαχαλο και θελει να σε χωσει για συμμαζεμα….
        Ολο ετσι κανει.. 😈

        Χαμογελατε…

        07/12/2011 στο 18:46

        • Με τον Μάνι και στην κόλαση αυτοπροσώπως 😀 😀 😀

          Αυτά τα smileys που τα βρίσκεις, καλέ μου Dr;;

          07/12/2011 στο 18:49

          • DrAluca

            Ε αμα ειναι να ερθετε μαζι, πηγαινε… 😉
            το συγκεκριμενο ειναι » : twisted : » χωρις κενα, και χωρις τα «»
            Για περισσοτερα…εδω…

            😉

            Χαμογελατε…

            07/12/2011 στο 18:52

            • μανικακος

              8)

              pacman δεν εχει?

              07/12/2011 στο 18:54

            • Χαμογελάω! Δαιμονικά δεν μπορώ να χαμογελάσω, όπως εσύ. Δοκιμάζω 😈

              07/12/2011 στο 19:15

              • DrAluca

                Yeap…..that’s the spirit… 🙂 🙂 🙂

                Χαμογελατε…

                07/12/2011 στο 19:26

            • Τι μαθαίνει κανείς δίπλα σου! ❓

              07/12/2011 στο 19:17

  12. xtremyst

    κάπως παραγνωρισμένο αλλα ενα απο τα αγαπημένα μου….

    07/12/2011 στο 19:00

  13. mina

    Τον είδα live για πρώτη και τελευταία φορά σ΄ ένα μπαράκι στη Θεσσαλονίκη, στο Σελήνη που δεν υπάρχει τώρα, γύρω στο ’85…
    Ξαναθυμήθηκα τη βραδυά διαβαζοντας το αφιέρωμα σου μανικάκο…

    07/12/2011 στο 19:41

  14. anton555

    07/12/2011 στο 20:19

  15. Spin

    07/12/2011 στο 21:05

  16. Spin

    ΔΩΚΕ ΤΟΥ ΡΕ ΠΑΙΔΙ ΜΟΥ

    07/12/2011 στο 21:10


  17. Δεν πιστεύω ότι δεν το έχει βάλει κανείς ως τώρα!

    07/12/2011 στο 21:16

  18. CrippleHorse

    07/12/2011 στο 21:35

  19. CrippleHorse

    07/12/2011 στο 21:38

  20. anton555

    07/12/2011 στο 21:44

    • anton555

      Μονο ετσι το βρηκα

      07/12/2011 στο 21:46

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s