δαγκανίδια άνευ λόγου ….

Δεν έχουμε τίποτα να ζηλέψουμε

Γιατί πάλι αγκομαχάς όταν μου δείχνεις τα σερνάμενα
γύρω απ αυτά ίσως σαν τα μούτρα σου και να μουνα.
Θα μ έπνιγε όπως πνίγει το σίδερο η σκουριά
και θα ούρλιαζα πνιχτά όπως η καμπάνα απ την σφυριά.
Παραδέξου το λοιπόν η μαντεψιά ήταν σωστή
φήμη βαριά δεμένη με ψιλή λευκή κλωστή
όλοι γνωστοί κόλακες μισοφαγωμένοι
αβέβαιοι και αμήχανοι κοιτούν κι οι μυαλωμένοι
Πως να ζηλέψω λοιπόν την κατρακύλα από τα αργόσυρτα,
τι να ζηλέψει μια κραυγή απ τα ανομολόγητα;
Το πλατάνι δε σκιάζεται απ την χαμοκερασιά
ούτε κι ο φάρος λαχταρά του νοτιά την περασιά.

Πως να ζηλέψει ένα γιατί το δεν πειράζει
και στην αναβροχιά ότι καλό και το χαλάζι
πως να ζηλέψει το φρέσκο χώμα αυτόν που σκάβει
κι ο βοριάς το αύτανδρο που βούλιαξε καράβι.
Τη λευτεριά όμως ζηλεύουνε οι σύνδουλοι
και κάθε αυθόρμητο οι μυστικοσύμβουλοι
τα όμορφα ζηλεύουν μόνο οι κακόφτιαχτοι
και την αβολεψιά μας οι σιδερόφραχτοι
Τι να ζηλέψει ο δουλευτής απ’ τους σοφόμωρους
κι ο κοντινός σκοπός απ’ τους απότερους
τι ζηλεύουν τα βάθια απ’ τα ευκολοθύμητα
κι οι στίχοι της φωτιάς απ’ τα μεγάλα ποιήματα.

Δεν έχουμε τίποτα να ζηλέψουμε
απ’ τους αβέβαιους και τους αμήχανους,
τη ξεφτίλα δε θα κανακέψουμε
τα σερνάμενα είναι για τους ανίκανους.
Δεν έχουμε τίποτα να ζηλέψουμε
δεν υπάρχουμε σ’ αυτή την μπορασιά
όσο αντέχουμε θα το παλέψουμε
κόντρα στου νοτιά την περασιά.

Τι να ζηλέψουν δυο θλιμμένα μάτια άδολα
από tattoo κρυμμένο εκεί στα πισωκάπουλα
τι να ζηλέψουν οι σπάνιοι απ’ τους ολόφτυστους
κι οι κατασταλαγμένοι απ’ τους ακαθόριστους
Τι να ζηλέψει μια ευχή απ’ την παραμυθία
και τον χρησμό τον πλανερό απ’ την Πυθεία;
Τι να ζηλέψει η γαλήνη απ’ τη χαρμάνα
κι ο αυλός ο μαγικός απ’ τη ροκάνα;

Καλά περνάω σου λέω και του λόγου μου
μοιράζω ακόμα απ το απόθεμα του χρόνου μου
πασχίζω να ονειρεύομαι, τραβολογιέμαι, καίγομαι
νέτα σκέτα την σκαπούλαρα και χαίρομαι.
Του κάθε συκοφάντη θέμα ήμουν και μέλημα,
στημένη φάρσα για όποιον τα βρήκε έτοιμα
το μόνο μου έγκλημα ξεστόμισα αβίαστα
ό,τι ξεσκέπαζε τ ασπούδαχτα κι αχρείαστα.
Έξτρα παράγραφος είμαι πριν το επικείμενο τέλος
αναπάντεχα ορεξάτος κι ενεργό ακόμα μέλος
και πριν τα σάλια σου χυθούν βρες μου παρόμοιο
με το Low Bap και θα του φτιάξω εγώ το εγκώμιο.
Άσβεστη δίψα μου κράτα τα μπόσικα στην ιστορία,
έκανε γκελ και κύκλο κι αυτή η συγκυρία
χωρίς την ξεφτίλα στιγμή να κανακέψουμε
δεν έχουμε ευτυχώς τίποτα να ζηλέψουμε

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s