δαγκανίδια άνευ λόγου ….

Archive for Απρίλιος, 2011

Haymarket, Μάιος 1886

Xρόνους πολλούς μετά την Aμαρτία που την είπανε Aρετή μέσα στις εκκλησίες και την ευλόγησαν. Λείψανα παλιών άστρων και γωνιές αραχνιασμένες τ’ ουρανού σαρώνοντας η καταιγίδα που θα γεννήσει ο νους του ανθρώπου. Kαι των αρχαίων Kυβερνητών τα έργα πληρώνοντας η Xτίσις, θα φρίξει. Tαραχή θα πέσει στον Άδη, και το σανίδωμα θα υποχωρήσει από την πίεση τη μεγάλη του ήλιου. Που πρώτα θα κρατήσει τις αχτίδες του, σημάδι ότι καιρός να λάβουνε τα όνειρα εκδίκηση.

(Oδυσσέας Eλύτης, Tο Άξιον Eστί)

Το σύνθημα ήταν: 8 ώρες δουλειά, 8 ύπνος, 8 ελεύθερος χρόνος!

«Σηκωθείτε, δουλευτάδες της Αμερικής, αφήστε κάτω τα εργαλεία σας την 1η του Μάη 1886, σταματήστε τη δουλειά σας, κλείστε τα εργοστάσια, τις φάμπρικες και τα ορυχεία. Για μια μέρα το χρόνο. Μια μέρα επανάστασης, όχι ανάπαυσης! Μια μέρα που δεν ορίστηκε από τους καυχησιάρηδες εκπροσώπους των θεσμών που κρατούν την εργατιά σε υποτέλεια. Μια μέρα στην οποία οι εργάτες κάνουν τους δικούς τους νόμους κι έχουν τη δύναμη να τους εφαρμόσουν, όλα αυτά χωρίς τη συγκατάθεση, την έγκριση αυτών που καταπιέζουν και κυβερνούν. Μια μέρα κατά την οποία με τεράστια δύναμη, η ενότητα της στρατιάς των δουλευτάδων παρατάσσεται κατά των δυνάμεων, που σήμερα εξουσιάζουν τα πεπρωμένα του λαού όλων των εθνών. Μια μέρα διαμαρτυρίας ενάντια στην καταπίεση και την τυραννία, ενάντια στην αμάθεια και κάθε είδος πολέμου. Μια μέρα κατά την οποία οι εργάτες θα πρέπει να αρχίσουν να απολαμβάνουν “οκτώ ώρες για δουλειά, οκτώ ώρες για ανάπαυση και οκτώ ώρες για ό,τι θα ήθελαν”».

Ήταν η έκκληση της Αμερικανικής Ομοσπονδίας Εργασίας  προς όλα τα επαγγελματικά και εργατικά συνδικάτα για εκτεταμένο απεργιακό αγώνα με σκοπό την καθιέρωση του οκταώρου.Η απόφαση πάρθηκε την 1η Φλεβάρη 1886 στο Σικάγο, όπου υπάρχει μια αρκετά δυνατή συνδικαλιστική κίνηση, με ψυχή αυτής της κίνησης τους αναρχοσυνδικαλιστές.Η Αμερικανική Συνομοσπονδία Εργατών εκείνη την ημέρα αποφάσισε“Από και μετά την 1η Μαΐου 1886 οι οκτώ ώρες αποτελούν τη νόμιμη εργασία για μια μέρα». Από τη μέρα αυτή ξεκινάει στο Σικάγο γενική απεργία.”

Πριν από την παρέλαση της 1ης Μαΐου 1886 είχε κυκλοφορήσει το φύλλο της εργατικής εφημερίδας «Die Arbeiter Zeitung», αρχισυντάκτης της οποίας ήταν ο Spies, στο οποίο αυτός έγραφε: «Ο κύβος ερρίφθη. Η πρώτη του Μάη, της οποίας η ιστορική σημασία θα κατανοηθεί και θα εκτιμηθεί μόνο όταν περάσουν τα χρόνια, έχει ήδη φτάσει».

Το πρωί της 1ης Μαΐου 1886, της ημέρας που θα γινόταν μια παρέλαση για το ξεκίνημα του αγώνα για το 8ωρο, η εφημερίδα «Mail» του Σικάγου προετοίμαζε το έδαφος γι' αυτά που θα ακολουθούσαν. Στο κύριο άρθρο της έγραφε: «Σημαδέψτε τους» «Υπάρχουν δύο παλιάνθρωποι που είναι ελεύθεροι στην πόλη· δύο ύπουλοι άνανδροι που προσπαθούν να δημιουργήσουν φασαρίες. Ο ένας από αυτούς ονομάζεται Parsons· ο άλλος ονομάζεται Spies... Σημαδέψτε τους για τα σημερινά... Κάντε τους παράδειγμα, εάν δημιουργηθεί φασαρία...».

Η 1η του Μάη του 1886 εξελίχθηκε σε ένα μαζικό απεργιακό κίνημα. 400.000 εργάτες κινητοποιήθηκαν με απεργίες και διαδηλώσεις σε μεγάλες και μικρές πόλεις. Το Σικάγο έκανε την πιο εντυπωσιακή Πρωτομαγιά, με 90.000 διαδηλωτές στους δρόμους. Η κινητοποίηση συνεχίστηκε και τις επόμενες μέρες. Ήταν μέρες διεθνισμού. Διαφορετικές κοινότητες ενώθηκαν στον ίδιο στόχο (στο Σικάγο 10.000 Βοημοί, Πολωνοί και Γερμανοί διαδήλωσαν με μουσική και σημαίες). Ήταν μέρες που έσπασε ο ρατσισμός. Για πρώτη φορά, σε πάρκα που ήταν κλειστά για τους μαύρους, όλοι οι απεργοί, λευκοί και μαύροι, κατέληγαν τις διαδηλώσεις μέσα σ’ αυτά. Ήταν μέρες όπου οι γυναίκες (πολλές φορές και σαν οργανώτριες) έμπαιναν στον αγώνα, σπάζοντας τις διακρίσεις. Οι εφημερίδες αποκαλούσαν «φωνακλούδες αμαζόνες» τις ράπτριες που οργάνωναν απεργιακές παρελάσεις.

Στις 3 Μαΐου, στο εργοστάσιο των θεριστικών μηχανών Μακ Κόρμικ στο Σικάγο εργάζονταν απεργοσπάστες. Απ’ έξω 6.000 φορτοεκφορτωτές, κυρίως μετανάστες, τους αποδοκίμαζαν, αναγκάζοντάς τους να υποχωρήσουν προς το εργοστάσιο. Η αστυνομία πυροβόλησε, σκοτώνοντας τέσσερις απεργούς. Με πρωτοβουλία του Αυγούστου Σπάις, εκ μέρους του Διεθνούς Συνδέσμου Εργαζομένων (αναρχοσυνδικαλιστές), διοργανώθηκε την επόμενη ημέρα νέα κινητοποίηση.

Επειτα από τρεις ημέρες, στις 3 Μαΐου, ο Spies  βγάζει λόγο σε 6.000 απεργούς. Μερικές εκατοντάδες μέτρα πιο πέρα γίνεται ένα επεισόδιο με απεργούς και απεργοσπάστες. Ξαφνικά παρουσιάζονται 200 αστυνομικοί και αρχίζουν να πυροβολούν στο ψαχνό. Σκοτώνονται 4 ή 6 εργάτες (έχει μείνει άγνωστο μέχρι σήμερα).

Αυτή είναι η πιο σημαντική προκήρυξη στο παγκόσμιο συνδικαλιστικό κίνημα. Η προτελευταία φράση (στο αγγλικό και στο γερμανικό κείμενο) λέει: «Εργαζόμενοι, οπλιστείτε...» για την εκδήλωση στη Haymarket. Πολύ λίγες προκηρύξεις κυκλοφόρησαν με αυτή τη φράση, γιατί όταν ο Spies είδε την προκήρυξη επέμεινε να σβηστεί η φράση, πράγμα που έγινε.

Την επόμενη ημέρα, 4 Μαΐου, στις 9 το πρωί, συντάσσεται μια προκήρυξη που καλεί τουςεργάτες σε συγκέντρωση στις 7.30 το βράδυ στην πλατεία της Haymarket. Παρουσιάζονται μόνο 800 έως 1.000 εργάτες. Μιλάει ο Spies για μισή ώρα και μετά ο Parsons, ο οποίος έχει έρθει πάλι με τη γυναίκα του Lucy και τα δύο παιδιά τους, μια και δεν περίμεναν φασαρίες. Ο Parsons αποχωρεί και οι ομιλίες συνεχίζονται ενώ οι περισσότεροι εργάτες αποχωρούν, γιατί έχει αρχίσει να βρέχει, και παραμένουν καμιά 200αριά. Ο δήμαρχος του Σικάγου Harrison, που παρακολουθεί τη συγκέντρωση, λέει στον επικεφαλής του αστυνομικού τμήματος της περιοχής, τον γνωστό για τη βαρβαρότητά του John Bonfield, ότι δεν υπάρχει κίνδυνος για επεισόδια και να αποσύρει τους άνδρες του, και στη συνέχεια αποχωρεί και πάει σπίτι του.

Αρχίζει να μιλάει ο τελευταίος ομιλητής, ο Sam Fielden, οπότε, μετά την αποχώρηση του δημάρχου, ο Bonfield πηγαίνει με 180 αστυνομικούς και διατάσσει να διαλυθεί η συγκέντρωση. Ξαφνικά ρίχνεται μια βόμβα ανάμεσα στους αστυνομικούς.
Μέχρι σήμερα δεν έχει βρεθεί ποιος πέταξε τη βόμβα. Οι επικρατούσες απόψεις είναι: είτε ότι ήταν προβοκάτσια της ίδιας της αστυνομίας ή ότι ρίχτηκε από ένα άτομο, για προσωπική εκδίκηση κατά των αστυνομικών.
Σκοτώθηκε ένας αστυνομικός επιτόπου και 6 πέθαναν αργότερα, οι περισσότεροι από σφαίρες των ίδιων των συναδέλφων τους. Ο αριθμός των εργατών που σκοτώθηκαν από τους αστυνομικούς παραμένει άγνωστος.

Την επομένη ακολουθεί πογκρόμ κατά των εργατών με προτροπή του εισαγγελέα Julius Grinnel ο οποίος λέει: «Κάντε πρώτα τις επιδρομές για σύλληψη και κατόπιν εξετάστε το νόμο».
Από τους συλληφθέντες δικάζονται οκτώ: ο Spies, ο Parsons, ο Fielden,ο Adolph Fischer, ο George Engel, ο Michael Schwab, ο Louis Lingg και ο Oscar Neebe.Όλοι τους αναρχοσυνδικαλιστές.

Η δίκη άρχισε στις 21 Ιουνίου 1886 στο ποινικό δικαστήριο της περιοχής Cooke. Οι υποψήφιοι για το σώμα των ενόρκων δεν επιλέχτηκαν με το συνηθισμένο τρόπο της κλήρωσης ονομάτων από ένα κιβώτιο. Σε αυτήν την περίπτωση ένας ειδικός δικαστικός κλητήρας, που ορίστηκε από τον κρατικό πληρεξούσιο Grinnell, διορίστηκε από το δικαστήριο να επιλέξει τους υποψηφίους. Στην υπεράσπιση δεν επιτράπηκε να παρουσιάσει στοιχεία ότι ο ειδικός δικαστικός κλητήρας είχε δημόσια υποστηρίξει ότι «Διευθύνω αυτή την περίπτωση και ξέρω τι πρόκειται να κάνω. Αυτοί οι συνεργάτες πρόκειται να κρεμαστούν τόσο σίγουρα όσο ο θάνατος».

Η τελική σύνθεση του σώματος των ενόρκων ήταν αστεία: αποτελούνταν από επιχειρηματίες, τους υπαλλήλους τους και έναν συγγενή ενός από τους νεκρούς αστυνομικούς. Καμία απόδειξη δεν προσφέρθηκε από το κράτος ότι οποιοδήποτε από τα οκτώ άτομα που βρίσκονταν ενώπιον του δικαστηρίου είχε ρίξει τη βόμβα, ήταν συνδεμένο με τη ρίψη της, ή είχε ποτέ εγκρίνει τέτοιες ενέργειες. Στην πραγματικότητα, μόνο τρεις από τους οκτώ ήταν στο Haymarket Square εκείνο το βράδυ.
Κανένα στοιχείο δεν προσφέρθηκε ότι οποιοσδήποτε από τους ομιλητές είχαν υποκινήσει τη βία, μάλιστα στη κατάθεσή του στη ο δήμαρχος Harrison περιέγραψε τις ομιλίες σαν «μαλακές (tame)». Καμία απόδειξη δεν προσφέρθηκε πως οποιαδήποτε βίαιη ενέργεια ήταν προγραμματισμένη. Στην πραγματικότητα, ο Parsons είχε φέρει τα δύο μικρά παιδιά του στη συγκέντρωση.

Το ότι οι οκτώ δικάζονταν για τις αναρχικές πεποιθήσεις τους και τις συνδικαλιστικές δραστηριότητες τους ήταν σαφές απ’ την αρχή. Η δίκη έκλεισε όπως είχε ανοίξει, όπως βεβαιώνεται από τα λόγια της κατακλείδας ομιλίας του κρατικού πληρεξούσιου Grinnell στους ένορκους. «Ο νόμος δικάζεται. Η αναρχία δικάζεται. Αυτά τα άτομα έχουν επιλεχτεί, έχουν διαλεχτεί από το Ορκωτό Δικαστήριο, και κατηγορούνται επειδή ήταν ηγέτες. Δεν υπάρχουν άλλοι ένοχοι παρά οι χιλιάδες που τα ακολουθούν. Κύριοι του σώματος ενόρκων: καταδικάστε αυτά τα άτομα, κάντε τα παράδειγμα για αυτούς, κρεμάστε τους και σώζεται τους θεσμούς μας, τη κοινωνία μας.»

Η απολογία του August Spies

«Κύριοι δικαστές,

Αν σκέπτεστε σοβαρά ότι με τις κρεμάλες μπορείτε να σταματήσετε το κίνημα, που εξωθεί εκατομμύρια γονατισμένων από την καταπίεση εργατών προς την εξέγερση, είστε, μα την αλήθεια, «πτωχοί τω πνεύματι».Σε παρόμοια περίπτωση θα μας κρεμάσετε με το δίκιο σας.

Έπειτα, αυτό είναι το καλύτερο που έχετε να κάμετε.Κρεμάστε μας!

Μα να περιμένετε το τέλος. Εάν δεν το βλέπετε, εγώ σας το αναγγέλλω. Γύρω σας, κάτω σας, δίπλα σας, πάνω σας, από όλες τις μεριές σας, θεριεύει μια φωτιά. Το έδαφος σαλεύει κάτω από τα πόδια σας. Βαδίζετε, κυριολεκτικά, επάνω σε μια υπόγεια φωτιά. Θέλετε να την αγνοείτε; Δεν θα την αποφύγετε. Θέλετε να απαλλαγείτε, άπαξ δια παντός, από όλους τους «συνωμότες»; Απαλλαγείτε πρώτα από τα αφεντικά της βιομηχανίας, οι οποίοι δημιούργησαν την ανήθικη περιουσία τους από το κλεμμένο αντίτιμο της εργασίας που δεν πληρώθηκε.

Είναι αυτό που εσείς αποκαλείτε «αύξηση του εθνικού πλούτου»!

«Εθνικού»! Τι ειρωνεία! Τη χαρά μερικών προνομιούχων του έθνους να λέτε.

Κάνετε κάτι καλύτερο.Καταργείστε τα τραίνα, τον τηλέγραφο, τα τηλέφωνα, τα βαπόρια, τον εαυτό σας!

Καταργήστε πρώτα από όλα εσάς του ίδιους!Γιατί;Γιατί εσείς, με την συμπεριφορά σας, είστε οι πρώτοι πράκτορες της επανάστασης.Καταργήσατε την αρπαγή και τη λεηλασία, Κύριοί μου.

Αλλά, αυτή είναι η δουλειά σας. Είναι η ανήθικη αποστολή μιας εκατοντάδας ανθρώπων, οι οποίοι προτιμούν ν’ απολαμβάνουν το παν, χωρίς να κάμνουν τίποτε.

Από αυτήν ακριβώς την τάξη πάμε να απαλλαγούμε.

Κοιτάξετε το οικονομικό πεδίο της μάχης. Οι εργάτες έχουν πετσοκοφτεί και εσείς, ω Χριστιανοί μου και καλοί μου και ευγενικοί αστοί, εσείς είστε οι κοινωνικοί γύπες, που τρώνε τη σάρκα των πτωμάτων.

Θέλετε να κάνουμε ένα περίπατο στα στενά δρομάκια της πολιτείας αυτής, εκεί όπου περνάνε τις μέρες τους οι αληθινοί δημιουργοί του πλούτου;

Πάμε μαζί στα ανθρακωρυχεία του Χόκιγκ-Βάλευ; Δεν θα βρούμε ανθρώπους, θα βρούμε κινούμενα πτώματα που άρχισαν να αποσυντίθενται.Η γενική κρατικοποίηση των μέσων παραγωγής καθίσταται αναπόφευκτη αναγκαιότητα. Αρχίζει η εποχή του σοσιαλισμού και της παγκοσμίας συνεργασίας. Οι κατέχουσες τάξεις θα απαλλοτριωθούν.Εκείνοι που λένε «τούτο είναι δικό μου», θα τα δούνε όλα κοινά. Αυτό δεν θα γίνει για σκοπούς σπεκουλάντικους, θα γίνει για το καλό όλων.

Τούτο εδώ δεν είναι όραμα αιθέριο καθώς νομίζετε. Είναι αναγκαιότητα. Είδαμε στην ιστορία πώς ό,τι ήταν ανάγκη να γίνει, έγινε. Αυτό είναι η λογική της ζωής…

Όποιος λέει ιδιωτική βιομηχανία, λέει αναρχούμενη βιομηχανία. Μετρημένα άτομα χρησιμοποιούν προς όφελός τους τις εφευρέσεις. Ο κόσμος είναι για τους λίγους. Δεξιά και αριστερά πέφτουν οι όμοιοί τους, θύματα του πλούτου και της καλοζωίας τους. Λίγο τους ενδιαφέρει. Με τις μηχανές τους μετατρέπουν το ανθρώπινο αίμα σε βώλους χρυσαφιού.

Την ίδια την υγεία των ανήλικων. Με την πολλή εργασία, δολοφονούν τα γυναικόπαιδα. Με την ανεργία σκοτώνουν. Και αυτοί οι άνθρωποι σου λέγονται Χριστιανοί! Γνήσιοι Χριστιανοί!Εμείς παραβήκαμε τους νόμους σας, για να δείξουμε στο λαό σε τι αποβλέπουν όλοι σας οι θεσμοί: στο να εγκαθιδρύσουν, στη χώρα αυτή, μία ολιγαρχία, όμοια της οποίας σε κτηνωδία, δεν υπάρχει πουθενά στην γη!

Αν πιστεύετε ότι με το να μας κρεμάσετε θα εξουδετερώσετε το κίνημα των εργαζομένων, το κίνημα από το οποίο εκατομμύρια ανθρώπινα πλάσματα που σέρνονται στη φτώχεια και στη μιζέρια, περιμένουν την λύτρωσή τους – αν αυτή είναι η γνώμη σας – τότε κρεμάστε μας!Εδώ θα ποδοπατήσετε μία μικρή σπίθα εκεί όμως και πιο πέρα και απέναντι και γύρω μας παντού θα ξεπεταχτούν οι φλόγες. Η φωτιά είναι υπόγεια και δεν θα μπορέσετε να την σβήσετε…»

Στην κατάμεστη αίθουσα όπου κυριαρχούσε η σιωπή ο τριαντάχρονος Γερμανός συνδικαλιστής τέλειωσε με τα ακόλουθα λόγια:

«Αυτές είναι οι ιδέες μου. Αποτελούν κομμάτι του εαυτού μου. Δεν μπορώ να τις αποχωριστώ αλλά και αν μπορούσα δεν θα το έκανα.Αν πιστεύετε ότι μπορείτε να συντρίψετε τις ιδέες αυτές που μέρα με τη μέρα κερδίζουν περισσότερο έδαφος, αν πιστεύετε ότι θα τις συντρίψετε οδηγώντας μας στην κρεμάλα, αν προτιμάτε για μια ακόμη φορά να επιβάλετε την ποινή του θανάτου σε εκείνους που τόλμησαν να πουν την αλήθεια, τότε είμαι έτοιμος: με θάρρος και με περηφάνια θα πληρώσω το υψηλό αυτό αντίτιμο. Φωνάξτε τον δήμιό σας.

Η αλήθεια που σταυρώθηκε με τον Σωκράτη, τον Χριστό, τον Τζιορντάνο Μπρούνο, τον Χους ή τον Γαλιλαίο είναι πάντα ζωντανή.Εμείς είμαστε έτοιμοι να ακολουθήσουμε τους ανθρώπους εκείνους».

Το μνημείο των μαρτύρων στη Haymarket. Στη βάση του μνημείου υπάρχουν τα λόγια του August Spies πριν από την εκτέλεσή του: «Θα έρθει καιρός που η σιωπή μας θα είναι πιο δυνατή από τις φωνές που εσείς στραγγαλίζετε σήμερα». Η φωτογραφία είναι από εκδήλωση του 1971. Βρίσκεται στο νεκροταφείο Waldheim, στο Σικάγο, από το 1893.

Στις 11 Νοεμβρίου 1887 εκτελούνται δι’ απαγχονισμού ο Parson, ο Spies, ο Engel και ο Fischer. Ο Lingg αυτοκτονεί στο κελί του. Οι Schwab και Fielden καταδικάζονται σε ισόβια και ο Neebe σε 15 χρόνια. Στην κηδεία των «μαρτύρων της Haymarket» (όπως αποκαλούνται από τότε) συμμετέχουν 600.000 άνθρωποι. Στις 25 Ιουνίου 1893 γίνονται τα αποκαλυπτήρια του μνημείου των αναρχικών μαρτύρων στο νεκροταφείο Waldheim, κοντά στο Σικάγο (βλέπε φωτογραφία). Την επομένη, ο κυβερνήτης του Ιλινόις, ο John Ρ. Altgeld, αποφυλακίζει τους 3 φυλακισμένους, δηλώνοντας ότι ήταν αθώοι και θύματα μια στημένης δίκης . Ξεκαθάρισε ότι δεν έδωσε τη χάρη επειδή πίστευε ότι τα άτομα είχαν υποφέρει αρκετά, αλλά επειδή ήταν αθώα για το έγκλημα για το οποίο είχαν δικαστεί. Αυτοί και οι κρεμασμένοι ήταν τα θύματα της «υστερίας, ενός τσούρμου ενόρκων και ενός προκατειλημμένου δικαστή».Αυτή η πράξη σήμανε, εν επιγνώσει του, τον πολιτικό θάνατο του Altgeld.

Οι αγώνες συνεχίστηκαν, με αποτέλεσμα το 1898 να κερδίσουν το οκτάωρο οι εργάτες των ορυχείων, και το 1900 οι οικοδόμοι. Ακολούθησαν κι άλλες ενώσεις, και τελικά το οκτάωρο θεσπίστηκε επίσημα στην Αμερική το 1938.

=================================================================================

=================================================================================

August Spies (1855-1887)

Γεννήθηκε στη Γερμανία. Πήγε στις ΗΠΑ ως μετανάστης το 1872. Δεινός συγγραφέας και στα γερμανικά και στα αγγλικά.
Αρχισυντάκτης της αναρχικής ημερήσιας εφημερίδας «Arbeiter-Zeitung». Ο Spies όταν διάβασε ένα γαλλικό άρθρο με τίτλο «Η επόμενη ημέρα μετά την επανάσταση» ρώτησε ένα σύντροφό του τι θα έκανε την επόμενη ημέρα. Ο σύντροφος απάντησε: «Θα σε έβαζα φυλακή μέχρις ότου καταλαγιάσουν όλα, γιατί ο συναισθηματισμός σου θα μας εμπόδιζε να εφαρμόσουμε δραστικές μεθόδους».
Πριν τον κρεμάσουν, μέσα από την κουκούλα που του είχαν φορέσει έκανε μια σύντομη δήλωση:
«Θα έρθει καιρός που η σιωπή μας θα είναι πιο δυνατή από τις φωνές που εσείς στραγγαλίζετε σήμερα».

Lucy Parsons (1853-1942)

Η Lucy Parsons ήταν γυναίκα, μαύρη (με ινδιάνικο αίμα μέσα της), αναρχική και αγνώστων γονέων. Συνεπώς, έπρεπε να σβηστεί από την Ιστορία. Για το σκοπό αυτό, όπως λέει η ιστορικός Carolyn Ashbaugh, «οι δυνάμεις του “νόμου και της τάξης” άρπαξαν τα προσωπικά της έγγραφα μόλις πέθανε».
Η Lucy Parsons πολύ πριν από τη σφαγή της Haymarket ήταν μια ηγετική μορφή στο συνδικαλιστικό κίνημα της Αμερικής. Το συγγραφικό και το ακτιβιστικό έργο της την κατατάσσει στις πιο σημαντικές (και πιο αγνοημένες) προσωπικότητες της παγκόσμιας Αριστεράς.
Δεν είναι υπερβολή ότι η αναγνώριση και η διατήρηση της Εργατικής Πρωτομαγιάς οφείλεται κυρίως στις προσπάθειες αυτής της γυναίκας, η οποία για 55 χρόνια μετά την εκτέλεση του συζύγου της, του Albert R. Parsons, αφιέρωσε τη ζωή της στο σκοπό αυτό και στον αγώνα υπέρ των απλών ανθρώπων. Ο γράφων αφιερώνει το παρόν άρθρο στη μνήμη της Lucy Parsons.

Nina Van Zandt Spies

Κόρη πάμπλουτης οικογένειας του Σικάγου. Οπως ήταν η μόδα, πήγε με τη μητέρα της να παρακολουθήσει τη δίκη των αναρχικών της Haymarket «για να σπάσει πλάκα». Ομως εκεί άνοιξε ένας καινούργιος κόσμος γι’ αυτήν. Αρχισε να επισκέπτεται τους κρατούμενους στη φυλακή και όταν της απαγορεύτηκαν οι επισκέψεις παντρεύτηκε τον Spies. Μπήκε στο κίνημα της Αριστεράς και πέθανε το 1936 σε απόλυτη φτώχεια, αφού μια θεία της την είχε αποκληρώσει από μια κληρονομιά μισού εκατομμυρίου δολαρίων (του 1886).

Albert R. Parsons (1848-1887)

Εμεινε ορφανός στα πέντε του και στάλθηκε να ζήσει στο σπίτι του μεγαλύτερου αδελφού του. Τον μεγάλωσε μια μαύρη σκλάβα, η θεία Esther. Στον εμφύλιο πολέμησε με τους Νότιους κατά της κατάργησης των σκλάβων. Οταν επέστρεψε, ντρεπόταν να κοιτάξει τη μαύρη θεία Esther, που ήταν ουσιαστικά η μητέρα του. Επειτα από μια μακρά συζήτηση μαζί της άλλαξε ριζικά η ζωή του. Πολιτικοιποιήθηκε, έγινε δεινός ρήτορας και αρχισυντάκτης της αγγλόφωνης αναρχικής εφημερίδας «Alarm». Παντρεύτηκε τη Lucy Gathings και έκανε δύο παιδιά μαζί της, ένα αγόρι και ένα κορίτσι. Τα τελευταία λόγια του ήταν: «Ας ακουστεί η φωνή του λαού».

πηγές:

archive enet

βαθύ κόκκινο

agonaskritis.gr

http://wp.me/p1pa1c-9Jy

μανικάκος


Καθήστε μέσα….


Η ΚΟΜΜΟΥΝΑ (LA COMMUNE, PARIS 1871)

Το έργο ζωής του PETER WATKINS       

Η ΚΟΜΜΟΥΝΑ La Commune (Paris, 1871)

Στην αυθεντική, ολοκληρωµένη µορφή των 345 λεπτών

Ένα διαφορετικό κινηµατογραφικό γεγονός

από την Πέµπτη 28 Απριλίου 2011 στην Ταινιοθήκη της Ελλάδας

2001, 345 λεπτά, ασπρόµαυρο, Γαλλικά

Σκηνοθεσία: Peter Watkins

Ερµηνευτές: 210 ερασιτέχνες ηθοποιοί

Σενάριο: Agathe Bluysen και Peter Watkins

Φωτογραφία: Odd Geir Saether

Σκηνικά: Patrice Le Turcq

Μοντάζ: Peter Watkins, Patrick Watkins

Παραγωγή: 13 Production, La Sept – Arte,

Le Musee d Orsay, INA

απο το CameraStylo on line

Μέσα σε µια γιγαντιαία αποθήκη στα εργατικά Παρισινά προάστια (συµπτωµατικά εκεί στεγάζονταν τα στούντιο του Ζωρζ Μελιές), ο Peter Watkins συγκεντρώνει 200 ερασιτέχνες (µεταξύ τους, πολλοί «άνθρωποι χωρίς χαρτιά» από την Αλγερία, την Τυνησία και το Μαρόκο). Μαζί θα προσπαθήσουν να ανασυνθέσουν τα γεγονότα της Άνοιξης του 1871, της ανόδου και της πτώσης της Παρισινής Κοµµούνας.

Το έργο – ποταµός του Watkins ερευνά αυτή την ξακουστή, σύντοµη, ροµαντική µα και τραγική περίοδο, τότε που οι φτωχοί Παριζιάνοι εργάτες εξεγέρθηκαν ενάντια στην αστική Γαλλική Κυβέρνηση η οποία υποχρεώθηκε να εγκαταλείψει το Παρίσι και να εγκατασταθεί στις Βερσαλλίες. Οι δραµατικές εξελίξεις «καλύπτονται» από δυο τηλεοπτικά συνεργεία: Η «Εθνική Τηλεόραση των Βερσαλλιών», παρουσιάζει την επίσηµη εκδοχή των γεγονότων, η «Κοµµούνα TV», µεταφέρει τις απόψεις των επαναστατηµένων Κοµµουνάρων.

Το τολµηρό αριστούργηµα του Watkins, επαναστατικό σε φόρµα και περιεχόµενο, κινείται ανάµεσα στο παρόν και στο παρελθόν και µας υποχρεώνει να αντιπαρατεθούµε µε τις όποιες εκ του ασφαλούς, αντικειµενικές αναγνώσεις της Ιστορίας και να αντιµετωπίσουµε τις αναπόφευκτες αντανακλάσεις της στο σήµερα. Κανείς δεν µπορεί να µείνει ίδιος µετά την εµπειρία της «Κοµµούνας».

ΓΙΑΤΙ ΑΥΤΟ ΤΟ ΦΙΛΜ, ΤΩΡΑ;

«ιανύουµε µια εξαιρετικά ζοφερή περίοδο της ανθρώπινης Ιστορίας. Ο συνδυασµός του µεταµοντέρνου κυνισµού (που αποκλείει κάθε ουµανιστική και κριτική σκέψη από το εκπαιδευτικό σύστηµα), της καθαρής απληστίας που εκτρέφει η καταναλωτική κοινωνία και της ανθρωπιστικής, οικονοµικής και περιβαλλοντικής καταστροφής µε την µορφή της παγκοσµιοποίησης, αύξησαν δραµατικά τις συµφορές και την εκµετάλλευση των ανθρώπων που ανήκουν στον αποκαλούµενο «Τρίτο Κόσµο». Επίσης, ο αποβλακωτικός κοµφορµισµός και η προτυποποίηση που προκαλεί η κυριαρχία του οπτικοακουστικού στον πλανήτη, συνεργούν στη δηµιουργία ενός κόσµου όπου η ηθική, οι αρχές, η συλλογικότητα και η αφοσίωση (εκτός αυτής προς τον οπορτουνισµό) θεωρούνται «παλιοµοδίτικα». Η κατάχρηση και η οικονοµική εκµετάλλευση αποτελούν πλέον τον κανόνα (ο οποίος διδάσκεται ακόµα και στα παιδιά). Σ’ έναν κόσµο σαν κι αυτόν, τα γεγονότα του 1871 στο Παρίσι, αντιπροσωπεύουν ακόµα την ιδέα της αφοσίωσης σε έναν αγώνα για έναν καλύτερο κόσµο, την ανάγκη για µια κάποια µορφή συλλογικής Ουτοπίαςκάτι που ΕΜΕΙΣ χρειαζόµαστε απελπισµένα όπως ο ηµιθανής χρειάζεται αίµα. Έτσι γεννήθηκε η σκέψη για ένα φιλµ που θα έδειχνε αυτή την αφοσίωση. Peter Watkins

Η ΚΟΜΜΟΥΝΑ ΤΟΥ PETER WATKINS

«Υπάρχει και σήμερα μια κομμούνα, στην επόμενη γωνιά, μας προκαλεί να την επισκεφθούμε, να πάρουμε θέση κι αυτή την φορά να καταφέρουμε κάτι καλύτερο από το να ασχολιόμαστε με τις Βερσαλλίες. Ο Γέητς το εξήγησε όσο πιο εμφατικά γίνεται: "Μέσα στα όνειρα αρχίζει η ευθύνη". Peter Watkins

Η «Κοµµούνα» αποτελεί το τελευταίο φιλµικό κεφάλαιο στην σαραντάχρονη πολεµική του Peter Watkins εναντίον της κυρίαρχης φόρµας του οπτικοακουστικού (την «µονοφόρµα» όπως και ο ίδιος την αποκαλεί), των συντηρητικών επιλογών των µεγάλων studios (ακόµα και των υποτιθέµενων «προοδευτικών»), της «αντικειµενικής» θεώρησης και ανώδυνης, «τουριστικής» οπτικοποίησης της Ιστορίας που επιβάλλεται στον θεατή από τις κάθε µεγέθους οθόνες, της διαµόρφωσης της κοινής γνώµης και της χειραγώγησης της µεγάλης µάζας από τα ΜΜΕ.

Η περιπέτεια της ταινίας ξεκίνησε το 1998, µαζί µε τον Γάλλο παραγωγό Πωλ Σααντούν (µεταξύ άλλων συµπαραγωγό στο Satantango και τις «Αρµονίες του Βερκµάιστερ» του Μπέλα Ταρ, ενώ η παρέµβασή του πρακτικά έσωσε και τον «Άνθρωπο από το Λονδίνο» του Ούγγρου σκηνοθέτη). Η χρηµατοδότηση του εγχειρήµατος (ως συνήθως όταν πρόκειται για τον Watkins) υπήρξε το πιο δύσκολο κοµµάτι. Οι περισσότεροι µεγάλοι τηλεοπτικοί σταθµοί αρνήθηκαν οποιαδήποτε ανάµειξη (ο υπεύθυνος χρηµατοδοτήσεων του BBC απλά δήλωσε πως «∆εν µ΄ αρέσουν οι ταινίες του Watkins»). Τελικά, το Μουσείο του Ορσύ που εκείνη την εποχή ετοίµαζε µια έκθεση για την Παρισινή Κοµµούνα διέθεσε τα απαιτούµενα κεφάλαια.

Τα γυρίσµατα έγιναν σε ένα παλιό εργοστάσιο του Μοντρέιγ, στο Ανατολικό Παρίσι. Εκεί βρίσκονταν παλιότερα τα στούντιο του Ζωρζ Μελιές, Οι χώροι χρησιµοποιούνταν από την θεατρική κολλεκτίβα «La parole errante» που παρουσίαζε τις δηµιουργίες του Γάλλου δραµατουργού και ποιητή Αρµάν Γκατί.

220 άνθρωποι, στην πλειονότητά τους χωρίς καµιά προηγούµενη ερµηνευτική εµπειρία επιλέχθηκαν για τους πολλούς ρόλους της ταινίας. Πολλοί από αυτούς έρχονταν από την επαρχία, διατηρώντας τις τοπικές διαλέκτους και τους ιδιωµατισµούς (οι επαρχιώτες έπαιξαν άλλωστε σηµαντικό ρόλο στην Παρισινή Κοµµούνα). Με αγγελίες στον συντηρητικό τύπο, Παριζιάνοι συντηρητικών απόψεων επιλέχθηκαν για τους ρόλους των αντιπάλων της Κοµµούνας.

Το σετ, µια σειρά από δωµάτια και διαδρόµους, αναπαράστησε το 11ο διαµέρισµα, µια φτωχική Παριζιάνικη συνοικία. Ο σχεδιασµός ισορροπούσε ανάµεσα στον ρεαλισµό και την θεατρικότητα. Οι λεπτοµέρειες στα ρούχα και στις πατίνες των τοίχων προσέχθηκαν ιδιαίτερα, από την άλλη, τα τελειώµατα των σκηνικών και οι γυµνοί τοίχοι ήταν ορατά, κρεµαστά φώτα νέον χρησιµοποιήθηκαν έτσι ώστε η κίνηση της κάµερας ανάµεσα σε ανθρώπους και σκηνικά να µη συναντά εµπόδια. Έτσι, ο διευθυντής φωτογραφίας Οντ Γκάιρ (συµµετείχε και στο Edvard Munch), µπορούσε απερίσπαστος να πετύχει τα µεγάλα µονοπλάνα µε διαρκή κίνηση που απαιτούσε ο Watkins.

Πολλούς µήνες πριν τα γυρίσµατα, οι ηθοποιοί ερεύνησαν εξαντλητικά ό,τι στοιχείο υπήρχε διαθέσιµο σχετικά µε την Κοµµούνα. Από τα Ιστορικά γεγονότα ως τον ρόλο των γυναικών και της Εκκλησίας, τα προβλήµατα ύδρευσης και αποχέτευσης της εποχής, ντοκουµέντα συζητήσεων και διαφωνιών στις συνελεύσεις κ.ο.κ. Στη συνέχεια οι ηθοποιοί σχηµάτισαν οµάδες ανάλογα µε τους ρόλους τους (στρατιώτες, εργάτες κλπ.) και συζητούσαν για τους χαρακτήρες που ερµήνευαν αλλά και τη σύνδεση της Κοµµούνας µε τη σηµερινή κοινωνία. Ουσιαστικά αναφέρονταν στις δικές τους προσωπικές ιστορίες κι αυτή η µέθοδος αποτέλεσε κεντρικό άξονα του φιλµ.

Τα γυρίσµατα ήταν ακόµα µια συλλογική εµπειρία. Συζητήσεις, διαφωνίες, αντιδράσεις, φιλµάρονται σε µεγάλες λήψεις, Οι ηθοποιοί αυτοσχεδιάζουν , φορές αλλάζουν γνώµη αλληλεπιδρούν, εγκαταλείποντας την πόζα και την τεχνική, φτάνοντας σε καθαρά προσωπικά ερωτηµατικά για τη σηµερινή κοινωνία, αυτός ήταν ο στόχος εξαρχής.Πως µετά το τέλος των γυρισµάτων, πολλά µέλη του καστ συνέχισαν να συναντιούνται και να συζητούν για την Κοµµούνα, τα σύγχρονα κοινωνικά ζητήµατα υπό το πρίσµα της εµπειρίας που βίωσαν.

Η διάρκεια είχε υπολογιστεί στις 2 ώρες. Η µέθοδος του Watkins και οι αλληλεπιδράσεις κατά τη διάρκεια των γυρισµάτων δηµιούργησαν µια νέα δυναµική. Ο Watkins επιλέγει τον δύσκολο δρόµο, γνωρίζοντας τους κινδύνους µιας εκ νέου περιθωριοποίησης της δουλειάς του. Πράγµατι, το ARTE, µετά από ατέλειωτες ώρες διαφωνιών µε το στυλ, την αισθητική, την φόρµα της «Κοµµούνας» πραγµατοποιεί µια και µόνη προβολή που τελειώνει στις 4 το πρωί. Το φιλµ δείχνει χαµένο, πέρα από σποραδικές ειδικές προβολές. Η αναγνώριση του Peter Watkins, κυρίως µέσα από τις προσπάθειες του Scott Macdonald και του Joseph Gomez, ξαναφέρνει στο προσκήνιο την «Κοµµούνα» όπως και όλο το έργο του κι έτσι µόλις στα τέλη της δεκαετίας του 2000 η «Κοµµούνα» βρίσκει τον δρόµο της προς το µεγαλύτερο κοινό.


το υπόλοιπο αρθρο

http://wp.me/p1pa1c-9EC


Guernica

26 Απρίλιου 1937

Όταν στις 26 Απριλίου 1937, στα πλαίσια του Ισπανικού Εμφυλίου γερμανοί και ιταλοί πιλότοι βομβάρδισαν την κωμόπολη Guernica στη χώρα των Βάσκων της Ισπανίας, ο Pablo Picasso βρήκε στο τραγικό αυτό γεγονός, το οποίο κόστισε τη ζωή σε 1,650 ανθρώπους και ισοπέδωσε το 70% της πόλης, μια πηγή έμπνευσης. Ο λόγος για το έργο του, Guernica, το οποίο περιγράφει την απανθρωπιά, τη βιαιότητα και τη φρίκη του συγκεκριμένου πολέμου, αλλά και όλων των πολέμων.

απο το  sansimera.gr

Την εποχή του βομβαρδισμού της Γκουέρνικα, ο μεγάλος ισπανός ζωγράφος Πάμπλο Πικάσο ετοίμαζε ένα πίνακα, παραγγελία της Δημοκρατικής Κυβέρνησης της Μαδρίτης, που θα κοσμούσε το Ισπανικό Περίπτερο στη Διεθνή Έκθεση των Παρισίων. Μόλις πληροφορήθηκε τη μεγάλη σφαγή, ονόμασε τον πίνακα «Γκουέρνικα», θέλοντας να εκφράσει την απέχθειά του προς τους στρατιωτικούς «που βύθισαν την Ισπανία στον ωκεανό του πόνου και του θανάτου».

Το έργο του Πικάσο είναι μία τεράστια ελαιογραφία (3,49 x 7,77 μ.), που περιγράφει την απανθρωπιά, τη βιαιότητα και την απόγνωση του πολέμου. Δείχνει ένα σκηνικό θανάτου, με διαμελισμένα ζώα και ανθρώπους, γυναίκες να κλαίνε, κρατώντας νεκρά μωρά και κατεστραμμένα κτίρια. Αρχικά, ο Πικάσο πειραματίστηκε με χρώμα, αλλά τελικά κατέληξε στο άσπρο, το μαύρο και το γκρι, καθώς θεώρησε ότι έτσι δίνει μεγαλύτερη ένταση στο θέμα.

Ο πίνακας εκτέθηκε τον Ιούλιο του 1937 στη Διεθνή Έκθεση των Παρισίων και συγκέντρωσε το γενικό ενδιαφέρον. Στη συνέχεια, περιόδευσε σε μεγάλες πρωτεύουσες του κόσμου, προκειμένου να συγκεντρωθούν χρήματα για την προάσπιση της Δημοκρατίας στην Ισπανία. Μετά την επικράτηση του Φράνκο, το 1939, η «Γκουέρνικα» βρήκε προσωρινό καταφύγιο στο Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης της Νέας Υόρκης (ΜΟΜΑ).

Το 1968 ο Φράνκο εξέφρασε την επιθυμία να εκτεθεί ο πίνακας στην Ισπανία. Ο Πικάσο αρνήθηκε και εξουσιοδότησε το ΜΟΜΑ να επιστρέψει τον πίνακα στην Ισπανία, μόλις αποκατασταθεί η Δημοκρατία. Αυτό έγινε το 1975, όταν πέθανε ο Φράνκο κι ενώ ο Πικάσο είχε φύγει από τη ζωή, δύο χρόνια νωρίτερα. Το 1981 η «Γκουέρνικα» επέστρεψε στα πάτρια εδάφη και αποτέλεσε ένα από τα σπουδαιότερα εκθέματα του Μουσείου «Πράδο» της Μαδρίτης. Από το 1992 κοσμεί το Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης «Βασίλισσα Σοφία» της Μαδρίτης.

το φάντασμα της Guernica απο το infowar


Η Guernica του Paul Elyard,σε μετάφραση της Jaquou Utopie απο το ομώνυμο αφιέρωμα ακριβως ενα χρόνο πριν….

Guernica

Όμορφα πρόσωπα στη φωτιά
όμορφα πρόσωπα στο κρύο
Καταπιεσμένοι, ταπεινωμένοι
δαρμένοι, δέσμιοι στο σκοτάδι
Όμορφα πρόσωπα, αντιμέτωπα με το κενό
καημένα πρόσωπα, θυσιασμένα.
Ο θάνατος σας θα χρησιμεύσει ως παράδειγμα
ο θάνατος, μια αποκαθηλωμένη καρδιά…
Σας έκαναν να πληρώσετε το ψωμί της ζωής σας
σας έκαναν να πληρώσετε τον ουρανό, τη γή
το νερό, τον ύπνο της ζωής σας
ακόμα και τη μαύρη φτώχεια.
Ευγενικοί ηθοποιοί
ηθοποιοί τόσο θλιμμένοι όμως με μια τόση γλύκα
ηθοποιοί ενός συνεχούς δράματος
δεν είχατε σκεφτεί τον θάνατο.
Ο φόβος και το κουράγιο του να ζεις και να πεθαίνεις
ο θάνατος, τόσο δύσκολος και τόσο εύκολος.
Οι γυναίκες, τα παιδιά, ο ίδιος θησαυρός στα μάτια
οι άντρες τους υπερασπίζονται όπως μπορούν.
Οι άνθρωποι της Guernica είναι μικροί άνθρωποι.
Το διαβάσαμε όλοι στις εφημερίδες. πίνοντας έναν καφέ,
κάπου στην Ευρώπη, ένας στρατός δολοφόνων
συνθλίβει την ανθρώπινη μυρμηγκοφωλιά.
Κάπου στην Ευρώπη… και μπρος στης πόρτας το πλατύσκαλο.
Οι σφαίρες των πολυβόλων δίνουν τη χαριστική βολή
οι σφαίρες των πολυβόλων παίζουν με τα παιδιά καλύτερα κι απ΄τον άνεμο.
Οι γυναίκες και τα παιδιά έχουν τα ίδια κόκκινα τριαντάφυλλα στα μάτια τους
ο καθένας δείχνει το αίμα του.
Παράξενο που τόσοι ανάμεσά μας φοβόνταν τις αστραπές
φοβόνταν τις βροντές
πόσο αφελείς ήμασταν
η βροντή είναι ένας άγγελος και οι αστραπές είναι τα φτερά του.
Δεν θα κατεβαίναμε ποτέ στο υπόγειο
από φόβο μη δούμε το τρομαχτικό πρόσωπο της φύσης…
Κρανοφόροι, φορώντας μπότες
εκπαιδευμένοι και όμορφοι νέοι άντρες
οι πιλότοι, αφήνουν τις βόμβες τους.
Με ακρίβεια.
Κάτω, στη γή, το χάος…
αίμα στους ανθρώπους, αίμα στα ζώα,
ένας θερισμός , τόσο πιο απεχθής και αηδιαστικός
από τους ίδιους τους χασάπηδες, τους αγνούς και καθαρούς.
Προσπάθησε λοιπόν να συγκρατήσεις ένα ζώο που διαισθάνεται τον θάνατο!
Προσπάθησε λοιπόν να εξηγήσεις στη μητέρα τον θάνατο του παιδιού της!
Προσπάθησε λοιπόν να εμπνεύσεις εμπιστοσύνη μέσα στην καταστροφή!
Δεν μένει παρά μόνο μια νύχτα… αυτή του πολέμου
μεγάλη αδερφή της φτώχειας και κόρη του θανάτου, άσχημη, φριχτή.
Μνημεία πόνου, όμορφα βουνά ερείπια, ορυχεία και λιβάδια…
Αδέρφια μου, νά’στε εδώ, σώματα νεκρά που λιώνουν, κόκαλα σπασμένα
η γή γυρίζει στην τροχιά σας
εσείς , σε μια έρημη αποσύνθεση
κι ο θάνατος έσπασε την ισορροπία του χρόνου.
Είστε βορρά των σκουλικιών και των όρνιων
κι ήσασταν παρόλα αυτά ή επλίδα μας παλλόμενη.
Πάνω στο νεκρό ξύλο της βελανιδιάς της Guernica
πάνω στα ερείπια της Guernica
κάτω από τον καθαρό ουρανό της Guernica
ένας άντρας επέστρεψε
κρατώντας στα χέρια του ένα ματωμένο αρνί κι ένα περιστέρι στην καρδιά του.
Τραγουδάει, για όλους του ανθρώπους, το αγνό τραγούδι της εξέγερσης
που λέει
ευχαριστώ στην αγάπη
που λέει
όχι στην καταπίεση
και ο άγριες σφήκες των πόνων του πετούν μακριά στον ραγισμένο ορίζοντα
κι είναι ο μέλισσες των τραγουδιών του που φτιάχνουν κηρήθρα στην καρδιά της ανθρωπότητας.
Guernica
Η αθωότητα θα νικήσει το έγκλημα
Guernica
 
 

http://wp.me/p1pa1c-9Ec


Ένας κόσμος υπόγειος (Η.Π.)

««Είμαι λοιπόν ένας λαογράφος που χρόνια τώρα

παρακολουθώ τις ζωές όλων αυτών των ανθρώπων

που οι άλλοι αποκαλούν περιθώριο

…αγαπώ τα τσογλάνια και τους χασίκλες…

τους κλέφτες,τις πουτάνες,τους ρεμπέτες και τους πούστηδες….

γιατι μάχονται κάθε μορφή εξουσίας.

και τους αγαπώ πιο πολύ γιατι καταφέρνουν και ζουν κόντρα στην αστυνομία,κόντρα στον ποινικό νόμο,κόντρα στην απαίσια ηθική των μικροαστών,κόντρα στον φλογερό εαυτό τους…»

(περισσότερα…)


Χάντερερ – Η ζωή του Ιησού

Το βιβλίο που προκαλεσε σάλο !

απο το blog Τα ασημένια μου

Ο Γκέρχαρντ Χάντερερ είναι ο σημαντικότερος αυστριακός δημιουργός σατιρικών σκίτσων για την επικαιρότητα και την καθημερινή ζωή στην ευρωπαϊκή Δύση. Από την κριτική του πέννα δεν γλίτωσε κανένας από τους πολιτικούς ηγέτες της χώρας του. Ο διάσημος σκιτσογράφος, κατηγορήθηκε για καθύβριση θρησκεύματος λόγω της έκδοσής του στα ελληνικά του βιβλίου του «Η Ζωή του Χριστού» για να αθωωθεί τελικά από το Εφετείο Αθηνών το 2005. Επρόκειτο για το πλέον παράδοξο δικαστικό προηγούμενο των τελευταίων δεκαετιών στην Ευρώπη, αλλά και στην Ελλάδα, όπου η τελευταία απαγόρευση βιβλίου έγινε το 1981.

Ο Χάντερερ είχε δηλώσει για τις κατηγορίες: «Φυσικά όλο αυτό ήταν ανοησία, εφόσον εγώ έχω φτιάξει ένα βιβλίο στο οποίο ο Ιησούς παρουσιάζεται με απολύτως θετικό τρόπο. Απέναντι στον Ιησού, αυτή τη μορφή που υπήρξε ή δεν υπήρξε ιστορικά, διατηρούσα πάντοτε μια θετική εντύπωση. Εκανε θετικά πράγματα, υπήρξε ένας κοινωνικός επαναστάτης και εξηγούσε στους ανθρώπους πώς μπορεί κανείς να αλλάξει το κράτος, έτσι ώστε να μπορεί να ζει καλά μέσα σ’ αυτό. Δεν έχω κανέναν απολύτως λόγο να τον συκοφαντήσω. Αυτό που έκανα εντελώς συνειδητά ήταν να έρθω σε αντιπαράθεση με το προσωπικό εδάφους, δηλαδή την εκκλησία».

το βιβλίο εδω….

από τον Ιο

“Μια δικαστική απόφαση στην Αθήνα κατάφερε να μετατρέψει σε Ρουσντί της χριστιανικής Ευρώπης έναν διάσημο αυστριακό σκιτσογράφο.”

Είναι αλήθεια ότι και οι πιο ακραίες φωνές της Καθολικής Εκκλησίας στην Αυστρία δυσανασχέτησαν με την έκδοση του κόμικς και επιχείρησαν να φιμώσουν τον δημιουργό και να πετάξουν στην πυρά το έργο του. Είχαν από πίσω τους και την αντιδραστική ακροδεξιά πολιτική πτέρυγα του κυβερνώντος συνασπισμού που δεν είχε συγχωρέσει τον Χάντερερ για την διακωμώδηση του επίδοξου «φίρερ» τους, του περιβόητου Γιεργκ Χάιντερ, σε περιοδικά («Στερν», «Προφίλ») και βιβλία. Ομως οι εισαγγελικές αρχές της χώρας έθεσαν την υπόθεση στο αρχείο, στις 14 Ιουνίου 2002, κρίνοντας ότι δεν συντρέχει λόγος να ενεργοποιηθεί η νομοθεσία περί βλασφημίας.
Το βιβλίο έγινε μπεστ σέλερ στην Αυστρία και εκδόθηκε στη Γερμανία, την Αγγλία, την Ισπανία, την Πορτογαλία, τη Γαλλία, τη Σουηδία και την Ολλανδία.
Αλλά εδώ δεν είναι καθώς φαίνεται Ευρώπη, είναι Βαλκάνια. Εμείς δεν καταλαβαίνουμε από σάτιρα και από ελευθερία της έκφρασης. Αρκεί να φωνάξει με το πρωτοσέλιδό της η θεματοφύλακας των χρηστών ηθών «Espresso», και αμέσως κινητοποιείται ο αρμόδιος «εμπειρογνώμων» της Εκκλησίας για να πείσει το δικαστήριο ότι κινδυνεύει ο Ιησούς από το χιούμορ και το οξύ πνεύμα του δημιουργού.

Ηταν επόμενο να προκαλέσει διεθνή σάλο η δικαστική απόφαση που απαγορεύει το βιβλίο και καταδικάζει τον καλλιτέχνη.

Το σκίτσο-σχόλιο του Χάντερερ για την καταδίκη του με αφιέρωση στον "Ιό"

Ο Αυστριακός σκιτσογράφος-γελοιογράφος Γκέρχαρντ Χάντερερ, ο οποίος δικάστηκε με την κατηγορία της καθύβρισης θρησκεύματος λόγω της έκδοσης στα ελληνικά του βιβλίου του κρίθηκε  αθώος από το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων το 2005.

Με την απόφασή του το δικαστήριο διέταξε να επιστραφούν στην κυκλοφορία τα αντίτυπα που είχαν κατασχεθεί.

Από το περιοδικό Γαλέρα,τα σκίτσα 22 ελλήνων σκιτσογράφων σε ενδειξη αλληλεγγύης προς τον Χάντερερ…

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

αυτά…βοήθειά μας και ευτυχησμένος ο καινούριος πάσχος…. 😀

koντός ψαλμός Hallelujah : http://wp.me/p1pa1c-9wt


Pina Bausch

Στις 24 του Άπρίλη η πρεμιέρα της ταινίας  «Pina».Ο γνωστός σκηνοθέτης Βιμ Βέντερς παρουσιάζει μια ταινία τρισδιάστατης προβολής για τη ζωή και το έργο της μεγάλης Γερμανίδας χορογράφου Πίνα Μπάους, που πέθανε το καλοκαίρι του 2009. Το φιλμ προβλήθηκε επίσης στο 61ο φεστιβάλ κινηματογράφου του Βερολίνου.

Ο Βέντερς παρασύρει τον θεατή σε ένα μαγευτικό ταξίδι ανακάλυψης σε μία νέα διάσταση: κατευθείαν πάνω στη σκηνή με τη θρυλική χορογράφο, αλλά και έξω από το θέατρο, στην πόλη του Βούπερταλ, στο μέρος που για 35 χρόνια ήταν το κέντρο δημιουργικότητας της Πίνα Μπάους.

Ο Βιμ Βέντερς μιλάει για την Πίνα και την ταινία ….

Με αφορμή την παγκόσμια ημέρα χορού (29 Απριλίου) το Goethe-Institut Athen παρουσιάζει την Τρίτη 3 Μαίου 2011, 20:30 στην αίθουσα των εκδηλώσεών του (Ομήρου 14-16, Τηλ. 210 3661000) τρεις ταινίες από και με την Pina Bausch.(είσοδος ελεύθερη)


«Το ουσιώδες πρόβλημα είναι ότι η ζωή δεν μπορεί πάντοτε να χορευτεί με παραδοσιακές αισθητικές φόρμες».

«Αναζητώ να μιλήσω για τη ζωή που μας περιβάλλει, για την ύπαρξη, για μας»

Η αλήθεια είναι ότι με το δικό της χοροθέατρο-μια προσωπική φόρμα θεάματος που κατόρθωσε να υπερβεί τις συμβατικές κατηγοριοποιήσεις και ετικέτες-η δημοφιλέστερη επίγονος του εξπρεσιονιστικού χορού στη Γερμανία διαδραμάτισε εξαιρετικά καίριο ρόλο τόσο στη χορευτική όσο και στη θεατρική σκηνή, όσο και αν τα πρώτα έργα της προκάλεσαν αντιδράσεις μεταξύ τόσο του κοινού όσο και των ειδημόνων.

Γεννημένη στις 27 Ιουλίου 1940 στη βιομηχανική πόλη Ζόλινγκεν της Γερμανίας, η  Pina Bausch είχε δηλώσει κάποτε πως δεν ήταν μαθήτρια κανενός. Τις σπουδές της, ωστόσο, τις ξεκίνησε σε ηλικία 14 ετών στην Ακαδημία Folwgang της Εσσης υπό τη διεύθυνση του Kurt Jooss, εκ των ιδρυτών του γερμανικού εξπρεσιονιστικού χορού. Μία άλλη μεγάλη επιρροή της στάθηκε η Νέα Υόρκη, όπου ταξίδεψε σε ηλικία 19 ετών. Σπούδασε στη φημισμένη Juilliard School-όπου την άνοιξη του 2006 της απονεμήθηκε ο τίτλος της διδάκτορος Καλών Τεχνών-και συνεργάστηκε με διάφορα συγκροτήματα.
Εν τούτοις, ήταν η ίδια η πόλη που την εντυπωσίασε ιδιαιτέρως. Οπως χαρακτηριστικά αναφέρουν βιογραφικά της σημειώματα, αισθάνθηκε ότι αυτή καθαυτή η κατεύθυνση της ζωής της καθορίστηκε από τα δύο χρόνια που παρέμεινε εκεί. «Η Νέα Υόρκη είναι σαν ζούγκλα αλλά ταυτόχρονα σου παρέχει και ένα αίσθημα απόλυτης ελευθερίας» είχε πει κάποτε. «Στη διάρκεια αυτής της διετίας βρήκα πραγματικά τον εαυτό μου». Επιστρέφοντας στη χώρα της το 1962 ενίσχυσε αποφασιστικά την αναβίωση του σύγχρονου χορού στη μεταπολεμική Γερμανία, ενώ το 1973 ίδρυσε το Χοροθέατρο του Βούπερταλ. Η  Bausch γρήγορα πείστηκε για τον ρόλο της Τέχνης ως «οχήματος» κοινωνικής κριτικής.

“ Δεν με ενδιαφέρει πώς κινούνται οι άνθρωποι,αλλά το τι τους κινεί ”

Παράλληλα,όπως ο Μπέρτολντ Μπρεχτ,έτσι και  η   ίδια ήθελε οι θεατές της να σκέπτονται ό,τι βλέπουν και ακούνε και να βγάζουν τα προσωπικά τους συμπεράσματα. Ανέμενε, όπως αναφέρουν ορισμένες πηγές, ένα είδος καταδίκης για τις αδικίες της ζωής,κυρίως αυτές τις οποίες υπέφεραν οι γυναίκες.

«Στη σκηνή, αν όχι στην ίδια  τη ζωή,έγινε  μια φεμινίστρια-ακτιβίστρια» έχει γραφτεί κάπου χαρακτηριστικά, έστω και αν η ίδια έχει δηλώσει επιφυλακτική ως προς τον όρο «φεμινισμός». Υπερασπίστηκε το θηλυκό απέναντι στο αρσενικό καθώς, κατά την άποψή της, το δεύτερο ήταν «ένα επιθετικό στοιχείο της κοινωνίας».

Σε ό,τι αφορά τα έργα της, όπως ήδη αναφέρθηκε, κατάφερε να υπερβεί τα όποια όρια τεχνικής και «σύλληψης», ενώ η «δύναμη» της παρουσίας της στη διεθνή σκηνή ήταν πράγματι μοναδική και κατόρθωσε να εμπνεύσει πολλούς άλλους χορογράφους στην Ευρώπη.
Ο ρόλος του χορογράφου που απλώς ασχολείται με βήματα και κινήσεις «υποταγμένες» σε έναν συγκεκριμένο κώδικα δεν της αρκούσε. Αυτό που τη γοήτευε είναι η αιτία που ωθεί τους ανθρώπους να κινούνται και όχι αυτός καθαυτός ο τρόπος κίνησής τους.
Η Pina Bausch, η οποία σπούδασε κλασικό χορό και αποφάσισε σύντομα ότι δεν την ενδιέφερε, δημιούργησε το δικό της λεξιλόγιο κινήσεων, αφού η ίδια είχε δηλώσει το 1968: «Δεν θέλω να μιμηθώ κανέναν. Ό,τι κινήσεις ήξερα δεν ήθελα να τις χρησιμοποιήσω», μιλώντας για το πρώτο χορόδραμά της, το “Fragment”, σε μουσική Bela Bartok με την ομάδα της Wuppertal Tanztheater. Με αυτό το νέο «χορολόγιο» κινήσεων, με μια στροφή του ώμου, μια κίνηση του χεριού, ένα λύγισμα, τεμάχισε τη ζωή, το θάνατο, το σύμπαν σε κομμάτια και τα ξανασυναρμολόγησε –σαν κάθαρση–, φορτίζοντάς τα με ερωτηματικά και δίνοντάς μας το κλειδί για τη σοφία. Μας έκανε δυνατούς και αδύναμους, πλούσιους και φτωχούς, αλλά μυημένους.

Στη ζωή της την είπαν “αμφιλεγόμενη”, εισέπραξε αρνητικές κριτικές και απόρριψη στην αρχή της καριέρας της, την αποκάλεσαν ακόμη και “πορνογράφο του πόνου”. Ίσως αυτά είναι το τίμημα για κάθε ρηξικέλευθο καλλιτέχνη, όταν ενοχλεί τη μέχρι τότε “κατεστημένη σκέψη” στο χώρο του.Στην αρχή η τοπική κοινωνία δυσφορεί από τις φαινομενικά ακατέργαστες και ρηξικέλευθες εικόνες που βλέπει στη σκηνή. Νιώθει αμηχανία μπροστά στον αντικομφορμισμό της Μπάους.

«Η τέχνη είναι ένα όχημα για κοινωνική κριτική.Ποτέ δεν πρέπει να γίνει μέσο εξωραϊσμού της πραγματικής ζωής» θα πει.

Βάζει τους χορευτές της να μιλούν, να τραυλίζουν, να φωνάζουν ακατάληπτα. Η σκηνογραφία της είναι πρωτοποριακή. Στην Ιεροτελεστία της άνοιξης γεμίζει τη σκηνή με βρύα ώστε οι θεατές να βλέπουν, να ακούν και να μυρίζουν την πρωταγωνίστρια της παράστασης Γη. Οι αντιδράσεις για τις μεθόδους, αλλά κυρίως για τη θεματολογία της είναι πολύ εχθρικές. Της στέλνουν απειλητικά γράμματα, την προπηλακίζουν, αρχίζουν να αναρωτιούνται αν τα κονδύλια της πόλης αξιοποιούνται σωστά. Δεν θέλει να ευχαριστήσει τους θεατές. Θέλει να τους κάνει να σκεφτούν και να βγάλουν τα δικά τους συμπεράσματα. Μετά τις αντιδράσεις σκέφτεται να εγκαταλείψει το Βούπερταλ για το Παρίσι, αλλά τελικά μένει και για χρόνια δεν αφήνει σε χλωρό κλαρί τους συμπολίτες της. Σχολιάζει την αποξένωση και την κενότητα της σύγχρονης ύπαρξης. Μιλάει για άβολα πράγματα και σκιαγραφεί χαρακτήρες της καθημερινότητας, δεν την ενδιαφέρουν η λυρικότητα και ο ηρωισμός. Η εχθρότητα της τοπικής κοινωνίας σταδιακά μετατρέπεται σε ανοχή και συγκατάβαση, μέχρι που το παγκόσμιο κοινό αναγνωρίζει την τεράστια σημασία της τέχνης της. Το 2003 η πόλη της παραδίνει το χρυσό κλειδί της.
Οι ανασκαφές στις ασυνέχειες του ασυνειδήτου θα αποτελέσουν γι’ αυτήν εργαλείο δημιουργίας. Στο αυτοβιογραφικό Café Müller (1978) -με το οποίο μάς συστήθηκε για πρώτη φορά στην Ελλάδα το 1987  υπάρχει μια εικόνα, πεμπτουσία όλης της μετέπειτα δημιουργίας της: ανάμεσα σε καρέκλες και τραπέζια καφενείου που πνίγουν τη σκηνή ξεπροβάλλει αθόρυβα μια γυναικεία σιλουέτα (Πίνα Μπάους), σαν οπτασία, χαμένη στην υπνοβατική της μοναξιά να προσκρούει επανειλημμένα πάνω σ’ ένα τοίχο. Μια άλλη γυναίκα πέφτει κατ’ επανάληψη στα χέρια ενός άνδρα (Ντομινίκ Μερσί) που αντί να την κρατήσει, την κοιτάζει απαθής καθώς σηκώνεται από το έδαφος και προσπαθεί να βρεθεί κοντά του ξανά και ξανά..

«Μου έχουν εκμυστερευτεί οι χορευτές της ότι πολλές φορές τους άφηνε στο σκοτάδι, γιατί ήθελε να βρίσκουν μόνοι τον εαυτό τους, αλλά και την αλήθεια κάθε κίνησης», λέει ο Βέντερς

«Το Café Müller αφηγείται ιστορίες για τη μοναξιά, αλλά και για την αναζήτηση ενός άλλου χορού, ενός άλλου θεάτρου, το οποίο δεν είναι υποχρεωμένο πια να αναπαριστά μόνο και διαρκώς τη “λεία’ επιφάνεια των πραγμάτων, αλλά φωτίζει τον βυθό των αισθημάτων», γράφει ο θεωρητικός Νόρμπερτ Σέρβος.
Με αφετηρία ότι «το καινούργιο στην τέχνη κατοικεί στη ζωή», αλλά και με σπάνια διαύγεια, η Πίνα Μπάους έφερε τις πιο ακραίες καταστάσεις της ανθρώπινης ύπαρξης στο προσκήνιο, ξεγυμνώνοντας, ανατέμνοντας και, κυρίως, ερχόμενη σε ρήξη με προϋπάρχουσες θεατρικές συμβάσεις, αρεστές στο κοινό. Είναι η μεγάλη τομή που επέφερε στην ιστορία του χορού αλλά και του θεάτρου, έτσι ώστε να μιλάμε για την προ και την μετά Μπάους εποχή. Επινόησε μια νέα μορφή θεάματος, το χοροθέατρο, που διαφεύγει των κατατάξεων. Δεν είναι ούτε χορός ούτε θέατρο, πρόκειται ίσως για την πιο γνήσια ανατροπή του θεάτρου μέσω του χορού. Σε αυτή τη διαδοχή σκετς και σκηνικών παιχνιδιών που παρουσιάζει, μπορεί κανείς να βρει κάτι από τον ίδιο του τον εαυτό. Ένας μικρόκοσμος με τους φόβους, τις ελπίδες, τις ματαιότητες, τις επιθυμίες ή τις αναμνήσεις που μας κατοικούν. Το μοντάζ αυτού του υλικού βασισμένο στην επανάληψη και την απουσία αφηγηματικής συνέχειας, ρίχνει μοναδικά φως στην συνταρακτική γελοιότητα των ανθρώπινων στερεότυπων, στην απωθημένη επιθετικότητα που συγκαλύπτουν, επιτηδευμένα, ανώδυνες χειρονομίες. Έτσι παίρνει σάρκα και οστά το «συνειδητό ταξίδι στο ασυνείδητο».Πολλοί της καταλόγισαν ότι θέλησε να περιθωριοποιήσει το χορό στα έργα της. Στην ουσία αμφισβήτησε τον παραδοσιακό ρόλο του χορογράφου που ασχολείται με βήματα και κινήσεις κωδικοποιημένες. «Αναζητώ να μιλήσω για τη ζωή που μας περιβάλλει, για την ύπαρξη, για μας. Και το πρόβλημα είναι ότι η ζωή δεν μπορεί πάντα να χορευτεί με τις παραδοσιακές αισθητικές φόρμες», έλεγε.

«Αναζητώ να μιλήσω για τη ζωή που μας περιβάλλει, για την ύπαρξη, για μας. Και το πρόβλημα είναι ότι η ζωή δεν μπορεί πάντα να χορευτεί με τις παραδοσιακές αισθητικές φόρμες»,

Δεν ήταν ούτε η ορχήστρα, ούτε η μουσική του Gluck, ούτε τα ευφάνταστα ντεκόρ, ούτε η τέχνη του κάθε σολίστα χορευτή. Ήταν αυτή η μαγεία που ανέδυε – υπό τη διδασκαλία της και σ’ ένα μυστηριακό χώρο – το corps de ballet, αυτές οι γυναικείες μορφές που σπάραζαν όπως οι ψυχές στον Άδη, αυτή η απίστευτη αισθητική του “θλιμμένου κορμιού”, όπως την είχαν βαφτίσει…
Τον τελευταίο καιρό, προετοιμαζόταν να δουλέψει με τον σκηνοθέτη Wim Wenders πάνω σε ένα project, το πρώτο 3-D κινηματογραφημένο χορευτικό, με το όνομα «Pina».
Μέχρι τον θάνατό της πριν μερικές ημέρες δεν σταμάτησε να χορεύει, να σκηνοθετεί και να σχολιάζει τις κοινωνικές σχέσεις μέσα από το χοροθέατρο. Πριν μερικά χρόνια, στην απονομή του βραβείου του Κιότο, δήλωσε: «Έχω ακόμα υπερβολικά πολλά σχέδια για το μέλλον».
Η μεγάλη Γερμανίδα χορεύτρια και χορογράφος πέθανε στα 68 της, στις 30 Ιουνίου 2009 , στο Wupertal, όπου είχε για χρόνια τη βάση της. Μόλις πέντε μέρες πριν της είχαν διαγνώσει καρκίνο, ενώ ήταν ακόμα ακμαία και εμφανιζόταν διακριτικά και στη σκηνή. Αποφάσισε να “φύγει” και “κατέβασε τους διακόπτες”, αυτοκτόνησε, έγιναν όλα ραγδαία και δεν πρόλαβε καν να το συνειδητοποιήσει – δεν θα μάθουμε ίσως ποτέ…

Οι άνθρωποι όμως αυτοί – με την τόση (εσωτερική) λάμψη – αξίζουν, έστω και για ένα λεπτό, τη σκέψη μας. Γιατί πήραν ένα “θεϊκό” χάρισμα και το μετέτρεψαν με πολύ κόπο και ίσως στέρηση και πόνο, σε προσφορά τέχνης και ψυχής, σε μας τους υπόλοιπους. Ας υποκλιθούμε λοιπόν και μεις στην Pina Bausch, όπως υποκλίθηκε κι αυτή – τελευταία φορά στο ελληνικό κοινό – πέρσι στην Επίδαυρο
Από το Παρίσι, όπου η Bausch συχνά εμφανιζόταν για παραστάσεις, ο Δήμαρχος της πόλης Bertrand Delanoe και ο υπουργός Πολιτισμού Frederic Mitterrand, εξέδωσαν συλλυπητήριες δηλώσεις. «Ο κόσμος του χορού θρηνεί σήμερα τον χαμό μίας εκ των πιο λαμπρών εκπροσώπων του», είπε ο Mitterrand.

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

πηγές:

http://www.enet.gr/?i=news.el.article&id=267680

http://www.enet.gr/?i=news.el.texnes&id=267944

http://www.mindradio.gr/scene.php?t=music&id=4719

http://www.dancenews.gr/dancepedia/prosopikotites/bausch.html

https://camerastyloonline.wordpress.com/2009/07/17/pina-bausch_afieroma_ef/

http://www.athensvoice.gr/the-paper/article/265/pina-bausch

http://www.imdb.com/find?s=all&q=Pina+Bausch+

http://www.rethnea.gr/

============================================================================

http://wp.me/p1pa1c-9tj


Jesus Christ Rockstar

ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΥ

απο enet.gr

«Ο χριστιανισμός θα πάψει να υπάρχει, θα συρρικνωθεί και θα αφανιστεί. Δεν το συζητάω καν, έχω δίκιο και θα αποδειχθεί πολύ σύντομα. Οι Beatles είμαστε τώρα πιο διάσημοι από τον Ιησού». Αυτές οι δηλώσεις του Τζον Λένον τον Μάρτιο του 1966 στην βρετανική εφημερίδα «Evening Standard» ισοδυναμούσαν με κήρυξη πολέμου στην «ηθική πλειοψηφία» των ΗΠΑ.

Η γκροτέσκα φιγούρα του Μέριλιν Μάνσον ως αποκαθηλωμένου Χριστού στο εξώφυλλο του «Holy Wood» εξόργισε τη χριστιανική δεξιά

Ουσιαστικά η διάσημη φράση του Λένον δεν έκανε καμιά εντύπωση στην Ευρώπη, που μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο είχε εμπλακεί σε έναν διάλογο περί της ύπαρξης του Θεού και την αντίφαση ανάμεσα στα κηρύγματα της Βίβλου και την ευλογία της επίσημης Εκκλησίας στα στρατεύματα που αιματοκύλισαν την Ευρώπη. Στην Αμερική, όμως, που τα λόγια του Λένον έφτασαν έξι μήνες μετά, όταν ένα περιοδικό αναδημοσίευσε τη συνέντευξη, η αντίδραση ήταν διαφορετική.

Πολλοί ραδιοφωνικοί σταθμοί στο Τέξας και την Αλαμπάμα απαγόρευσαν να μεταδίδονται τραγούδια των Beatles, ενώ δημοτικά συμβούλια σε πόλεις όπως το Μέμφις ανακήρυξαν τους βρετανούς μουσικούς ανεπιθύμητους για συναυλίες. Η ρατσιστική οργάνωση Κου Κλουξ Κλαν οργάνωσε μια τελετή εκδίκησης, όπου ένας δίσκος των Beatles καρφώθηκε συμβολικά σε ένα ξύλινο σταυρό, και παραθρησκευτικές οργανώσεις του Νότου κάλεσαν σε δημόσιες συγκεντρώσεις όπου έκαιγαν δίσκους του «καταραμένου συγκροτήματος». Κάτω από όλη αυτή την πίεση και με δεδομένη την ανάγκη να επανακτηθεί η αγορά των ΗΠΑ, ο Λένον αναγκάστηκε να δώσει συνέντευξη τύπου στο Σικάγο όπου ανασκεύασε τη δήλωσή του λέγοντας πως εννοούσε ότι «οι Beatles έχουν περισσότερη επιρροή στους έφηβους από ότι ο Χριστός» και ότι «δεν ήθελε να θίξει τους θρησκευόμενους ανθρώπους».

Οχι φυσικά ότι δεν υπήρχαν ανοιχτοί λογαριασμοί από το παρελθόν. Οι γοφοί του Ελβις είχαν ήδη από την δεκαετία του ’50 σκανδαλίσει τους συντηρητικούς πολίτες στις ΗΠΑ. Γι’ αυτούς ο «Βασιλιάς» αντιπροσώπευε το απόλυτο Κακό, ειδικά τη σεξουαλική απελευθέρωση, αφού στη σκηνή ήταν «σαν να έκανε στριπτίζ με ρούχα». Οι πάστορες των Ευαγγελιστών ήταν οι πρώτοι που είδαν στο ροκ εν ρολ τη «μουσική του διαβόλου» και κάλεσαν το ποίμνιο «να μην ανοίξει τις θύρες» σε αυτόν τον ήχο. Καθόλου παράξενο, αφού μέχρι τότε η τζαζ και τα μπλουζ αφορούσαν τους μαύρους και κάποιους ελάχιστους μποέμ λευκούς. Ενώ ο Ελβις, χάρη στο νέο τότε μέσο, την τηλεόραση, προώθησε την «ανήθικη και επικίνδυνη» εικόνα του ροκ σταρ σε κάθε σπίτι. Και χαρακτηρίστηκε όχι μονο διαβολικός, αλλά και εθνικός κίνδυνος από τη θρησκόληπτη ακροδεξιά των ΗΠΑ, αφού την εποχή του Ψυχρού Πολέμου η θρησκεία ήταν που χώρισε την «ελευθερία και τη δημοκρατία από τους άθεους που κρύβονταν στο Σιδηρούν Παραπέτασμα».

Αλλά αυτές ήταν απλές αψιμαχίες μπροστά στον πόλεμο που θα ξεκινούσε στα μέσα της δεκαετίας του ’60. Εκεί εμφανίστηκε και η αντίφαση που θα στοίχειωνε τη ροκ σκηνή. Από την μια υπήρχαν οι βέβηλοι με το αλήτικο ροκ εν ρολ σαν τους Rolling Stones, που ζητούσαν προβοκατόρικα λίγη κατανόηση για τον διάβολο στο ύμνο «Sympathy For The Devil». Και από την άλλη υπήρχαν πολλοί χίπις που επιθυμούσαν να αποκαταστήσουν την εικόνα του Χριστού που είχε καπηλευθεί η επίσημη Εκκλησία. Γι’ αυτούς ήταν ένας κοινωνικός επαναστάτης που ήθελε μέσα από την ειρηνική διαμαρτυρία να επαναφέρει την ισότητα και την κοινωνική δικαιοσύνη. Αυτή η αντίληψη ξεκίνησε από τους πρώτους τραγουδιστές της φολκ που συμμετείχαν στα κινήματα για τα ανθρώπινα δικαιώματα και κορυφώθηκε στο διάσημο πια μιούζικαλ «Jesus Christ Superstar», τη ροκ όπερα του Αντριου Λόιντ Βέμπερ και του Τιμς Ράις, όπου στο δίσκο που κυκλοφόρησε το ρόλο του Χριστού είχε ο Ιαν Γκίλαν των Deep Purple. Φυσικά πολλές θρησκευτικές οργανώσεις διαμαρτυρήθηκαν για το βλάσφημο έργο, αλλά στις αρχές της δεκαετίας του ’70 και μετά την πολιτιστική επανάσταση που είχαν φέρει οι νεολαιίστικες εξεγέρσεις στα τέλη του ’60, ο ρόλος τους είχε πια υποβαθμιστεί.

Αντίθετα όμως υπήρχαν περιπτώσεις όπου διάσημοι ρόκερ έβρισκαν στο χριστιανισμό τη λύτρωση. Ο Μπομπ Ντίλαν είναι η πιο χαρακτηριστική περίπτωση, αφού το 1979 εγκατέλειψε τη ροκ σκηνή για να χριστεί Αναγεννημένος Χριστιανός και να βγάλει δίσκους όπως το «Slow Train Coming» και το «Saved», γεμάτους από θρησκευτικά τραγούδια που, όπως έγραφαν οι τότε κριτικές, «αποδείκνυαν τη βαθιά του πίστη». Ο Ντίλαν βρέθηκε στο ναδίρ της πορείας του, αλλά ξέφυγε γρήγορα από αυτή τη φάση της μετάνοιας και συνέχισε να προσφέρει καλή μουσική. Οπως έγραψαν τότε και οι «New York Times», «ο χριστιανισμός δεν τον εμπόδισε να συνεχίσει να είναι ο εικοκλάστης της ροκ σκηνής». Αυτός όμως που δεν ξέφυγε ήταν ο Λιτλ Ρίτσαρντ, ο «αρχιτέκτονας του ροκ εν ρολ», «ο μαύρος εκμαυλιστής της λευκής νεολαίας» κατά τους θρησκευόμενους ρατσιστές του Νότου που κατέληξε πάστορας των Ευαγγελιστών. Ο ίδιος διηγόταν ότι, ενώ βρισκόταν στη σκηνή του Σταδίου στο Σίδνεϊ της Αυστραλίας, παίζοντας μπροστά σε 40.000 άτομα, είδε σαν όραμα μια πύρινη μπάλα να διασχίζει τον ουρανό και συνειδητοποίησε ότι ο Θεός του ζητούσε να σταματήσει το ροκ εν ρολ. Αργότερα άλλαξε γνώμη και προσάρμοσε την πίστη του στα τραγούδια του.

Στο μεταξύ κάθε μουσικό κίνημα που γεννιόταν στα τέλη του ’70 έσερνε πίσω του και την αντίθεση στην επίσημη θρησκεία. Στη Βρετανία το χέβι μέταλ με πρωταγωνιστές τους Black Sabbath επανέφερε τη σκανδαλώδη φύση του ροκ εν ρολ ενάντια στα θρησκευτικά σύμβολα. Με προβοκατορικούς στίχους όπως του «Sabbath Bloody Sabbath», με φήμες πίσω τους για τελετές μαύρης μαγείας και μια επιθετική δημόσια εικόνα όπου οι σταυροί ανακατεύονταν με τη δυνατή μουσική, έγιναν οι αποδιοπομπαίοι τράγοι για την Εκκλησία. Ηταν μόνο η αρχή μιας ολόκληρης εκστρατείας των παραθρησκευτικών ομάδων ενάντια στο χέβι μέταλ που περιελάμβανε από απλές συστάσεις για τη διαφθορά των νέων, μέχρι τις απίστευτες γελοιότητες ότι αν οι δίσκοι παιχτούν ανάποδα ακούγονται επικλήσεις στον Σατανά. Αυτή η διαμάχη διαρκεί μέχρι σήμερα, καθώς η μέταλ σκηνή είναι προσκολλημένη σε έναν παγανισμό που απεχθάνεται από τη φύση του τις χριστιανικές δοξασίες. Ετσι υπάρχει η νορβηγική σκηνή του μπλακ μέταλ που κατηγορείται ακόμα και για πυρπολήσεις εκκλησιών, υπάρχουν βίντεο όπως αυτό του «Arise» των Sepultura όπου το συγκρότημα παίζει το κομμάτι μπροστά σε τρεις σταυρούς με τους εσταυρωμένους να φοράνε αντιασφυξιογόνες μάσκες και υπάρχει και η εύθυμη περιπέτεια των Cradle of Filth που το 1989 πήγαν στο Μουσείο του Βατικανού στη Ρώμη φορώντας μπλουζάκια που έγραφαν «Ι love Satan» και συνελήφθησαν από την ιταλική αστυνομία.

Στην Αμερική η σύγκρουση αναζωπυρώθηκε με την έλευση του πανκ. Οπως με τους πολιτικοποιημένους Dead Kennedys που στο μίνι δίσκο τους «In God We Trust, Inc.» επετίθεντο στην οργανωμένη θρησκεία. Εδώ όμως οι πανκ φάνταζαν πιο διορατικοί, καθώς εξηγούσαν ότι «οι αναγεννημένοι χριστιανοί και όλες οι παραθρησκευτικές ομάδες της Αμερικής στηρίζουν νεοφιλελεύθερους προέδρους όπως τον Ρέιγκαν». Θα επιβεβαιωθούν και μετά από χρόνια, όταν πρόεδρος θα γίνει ο Μπους Τζούνιορ. Στα δικά τους βήματα βάδισε και ο Μέριλιν Μάνσον, που με την τριλογία των δίσκων του «Antichrist Superstar», «Mechanical Animals» και «Holy Wood (In the Shadow of the Valley of Death)» επιτέθηκε, με άξονα τη φιλοσοφία του Νίτσε και των θέσεών του περί θανάτου του Θεού, σε όλο τον συρφετό των οργανώσεων της χριστιανικής δεξιάς στις ΗΠΑ. Ειδικά οι βολές εναντίον του τρίπτυχου «όπλα, θεός και κυβέρνηση», που λατρεύουν οι Αναγεννημένοι Χριστιανοί, εξόργισαν τους αντιπάλους που τον κατηγόρησαν μέχρι και για ηθική αυτουργία για τους φόνους στο Γυμνάσιο Κολουμπάιν.

Τέλος, η πιο ιδιάζουσα περίπτωση όπου το ροκ συνάντησε τη Βίβλο αλλά δημιουργικά, είναι ο Νικ Κέιβ τη δεκαετία του ’80. Με δίσκους όπως το «Your Funeral… My Trial», το «Tender Prey» ή το «The Good Son» μεταξύ άλλων ο Κέιβ μαζί με τους Bad Seeds μετέπλαθε ιστορίες από την Αγία Γραφή και τις μετέτρεπε σε υποβλητικά ροκ τραγούδια που μιλούσαν για εγκλήματα πάθους, μετάνοια και τιμωρία. Οπως έλεγε εκείνη την εποχή στις συνεντεύξεις του, «πιστεύω σε μια ανώτερη δύναμη, που μπορεί να την ονομάσεις θεό ή όπως αλλιώς θέλεις, αλλά δεν εμπιστεύομαι την οργανωμένη θρησκεία με τα αλληλούια και τη βέβαιη σωτηρία. Μου αρέσει να διαβάζω και να εμπνέομαι από τις ιστορίες στην Παλαιά και στην Καινή Διαθήκη, γιατί είναι έτσι κι αλλιώς συναρπαστικές».

http://wp.me/p1pa1c-9sS


Η Μεγάλη Απάτη

Michael Moorcock
The Great Rock ‘n’ Roll Swindle

Ο Νέστωρ Μάχνο, αναρχικός ήρωας της Ουκρανίας, πήρε από το μπαρ άλλο ένα ποτήρι αψέντι και κοίταξε έξω, στην εγκαταλελειμμένη οδό Βοναπάρτη.
Για μένα» είπε «λένε ότι πέθανα στα μέσα της δεκαετίας του ’30. Μη τα παίρνουμε κι όλα τοις μετρητοίς, λοιπόν, έτσι
Σε καταλαβαίνω απόλυτα» είπε ο Σιντ Βίσιους, ο μπασίστας των Σεξ Πίστολς.
Όλα ήταν ήσυχα κείνο το απόγευμα στο ΚαφεΧέντριξ. Οι Ρομαντικοί Νεκροί ένιωθαν όλοι πολύ άσχημα. Ψυχική κατάπτωση, άραγε; Αν και κάθε φορά που τα τίναζε κι άλλος ένας νεαρός ήρωας ή ηρωίδα υπήρχε γενική αίσθηση ικανοποίησης.

«Εκτός αυτού» είπε ο Μπράιαν Τζόουνς, κιθαρίστας των Ρόλινγκ Στόουνς «έχουμε τώρα κι όλους αυτούς τους θανάτους της δεύτερης και τρίτης γενιάς του ροκ, που είναι όλοι σα να βγήκανε με καρμπόν. Κι υπάρχουν κάποιοι για τους οποίους πολύ αμφιβάλλω αν ήταν πραγματικά μάρτυρες της ιδεολογίας τους».

«Για ποια ιδεολογία μιλάς;» είπε ο Σιντ και βούτηξε ένα κομμάτι πίτα.

«Ξέρεις τώρα, «Οι Ωραίοι Χαμένοι», « Οι Νεκροί Καταφρονεμένοι», «Οι Τραγικές Φυσιογνωμίες». Όλοι αυτοί». Ο Τζόουνς ήταν ασαφής. Προφανώς είχε περάσει πολύς καιρός από τότε που τα πρωτοσκέφτηκε όλα αυτά. Ο Σιντ συμπέρανε ότι ο Μπράιαν ήταν απλώς αναστατωμένος. Ίσως τον είχε πιάσει πάλι η έμμονη ιδέα του ότι του φάγανε την κιθάρα.

Ο Τζαίημς Ντην πλησίασε κουτσαίνοντας. «Όλ’ αυτά είναι τρίχες. Η ανία μάς έχει καταντήσει σ’ αυτό το χάλι, μάγκες. Άσε και τ’ άλλο. Που οι οπαδοί μας νομίζουν ότι πεθάναμε γι’ αυτούς».

«Μάλλον εξαιτίας τους πεθάναμε». Όλοι γύρισαν να δουν αυτόν που μίλησε. Ήταν ένας απ’ τους πιο παλιούς θαμώνες του ΚαφεΧέντριξ κι απ’ τους πιο σεβάσμιους. Ο Ιησούς Χριστός χαμογέλασε πικρά. «Πιο εύκολα πιστεύει κανείς σε νεκρούς παρά σε ζωντανούς. Κι όταν είσαι νεκρός δεν μπορείς να κάνεις τίποτα πια για να σταματήσεις το μύθο. Αυτό έχω καταλάβει εγώ. Σε θέλουν νεκρό, αδερφέ μου».

Αρκετά κεφάλια κατένευσαν. Αρκετά χέρια σήκωσαν ποτήρια και τα ‘φεραν σε χλωμά χείλη.

«Πάντα σε κουρντίζουν να κάνεις αυτό που θέλει το κοινό» είπε ο Κηθ Μουν, ντράμμερ των Χου, «ακόμα κι όταν δεν το κάνεις με τη θέλησή σου. Περιμένουν βία τους δίνεις βία. Περιμένουν έναν τραγικό θάνατο ορίστε, λοιπόν, τους τον έδωσα».

Ο Τζων Μπόναμ, ντράμμερ των Λεντ Ζέπελιν, κούνησε το κεφάλι του. Κάτι ήξερε κι αυτός.

«Έτσι είναι ο κόσμος του σόου μπίζνες» είπε ο Μάχνο. «Η πίεση σε συνθλίβει. Κουβαλάς στην πλάτη σου τα όνειρα τόσων ανθρώπων.  Ασχέτως αν εσύ δε ζητάς τίποτα παραπάνω από μια καλύτερη ζωή».

«Κι όλοι περιμένουν να λύσεις και το δικό τους πρόβλημα» είπε ο Χέντριξ.

Ο Μάχνο αναφώνησε: «Αυτό δεν είναι αναρχισμός. Χρόνια ολόκληρα τους φωνάζεις να μην ακολουθούν αρχηγούς και ηγήτορες κι εκείνοι σε θαυμάζουν και λένε τι ωραία που τα λες και μπράβο, τι ωραίο σύνθημα. Κι ύστερα έρχονται και σε βρίσκουν και σε ρωτούν, αρχηγέ, τι να κάνω στη ζωή μου;»

«Σ’ όλα μου τα βιβλία έκανα νύξεις για σοσιαλισμό, κομμουνισμό και αναρχισμό» είπε ο Ιούλιος Βερν. «Χρειάστηκε να έρθει η δεκαετία του ’80 για ν’ αρχίσουν να με καταλαβαίνουν».

«Κι εμένα, πολύ που με καταλάβαιναν στη δεκαετία του ’60, που φώναζα ότι θα ‘θελα, προτού πεθάνω, ν’ ακούσω το θρήνο μιας πεταλούδας» συμπλήρωσε με περίσσεια πίκρα ο Τζιμ Μόρισον, ο τραγουδιστής των Ντορς.

«Νομίζουν ότι Αναρχισμός σημαίνει κάποιο είδος επίθεσης, ανταρσίας ή εξέγερσης. Δεν αντιλαμβάνονται ότι σημαίνει συνειδητοποίηση, αυτοσυγκράτηση και αυτοπειθαρχία. Ούτε αφέντης ούτε σκλάβος. Καλά να πάθουμε που γίναμε ήρωες». Ο Μιχαήλ Μπακούνιν είχε κι απόψε τα κέφια του.

«Μη μου πεις ότι δε σ’ άρεσε λιγάκι» του ‘πε ο Μάχνο και του γέμισε το ποτήρι.

«Μερικές στιγμές μονάχα. Τέλος πάντων, είναι κάτι που άμα αρχίσει δε σταματά».

«Πόσο θα ‘θελα να ‘χα ζήσει χωρίς να με ξέρει κανείς, σαν απλός άνθρωπος» είπε ο Χριστός. «Δε θα μου ήταν καθόλου δυσάρεστο, σας διαβεβαιώ».

«Ε, δεν είχατε και τόσους πολλούς δημοσιογράφους στον καιρό σου» είπε ο Σιντ. «Όμως είχες πάρει κι εσύ πολύ ψηλά τον αμανέ, παραδέξου το».

«Εσένα όμως δε σου ‘πε κανείς ότι είσαι γιος του Θεού».

«Εμένα με είπαν Αντίχριστο» είπε ο Μάχνο.

«Έτσι αποκαλούσε τον εαυτό του ο Τζώνυ Ρότεν, ο τραγουδιστής μας» είπε ο Σιντ.

«Κι εμένα μου ‘δωσαν αυτό το όνομα» είπε ο «Μεγάλος Μοναχικός», ο Νίτσε, «όχι από το ομώνυμο βιβλίο μου, αλλά γιατί έβριζα τους παπάδες και την οργανωμένη θρησκεία. Και τους πλούσιους».

Ο Ιησούς αναστέναξε. «Τίποτα, εγώ φταίω, αδέρφια».

«Εγώ πάντως σε παραδέχομαι» είπε ο Μπράιαν Επστάιν, ο ατζέντης των Μπήτλς. «θα πρέπει να ‘σαι πολύ σπουδαίος για να σηκώσεις στις πλάτες σου τις αμαρτίες όλων των ανθρώπων».

«Λέτε να είμαστε στην Κόλαση;» αναρωτήθηκε η αδικοχαμένη πανκ τραγουδίστρια Μία Ζαπάτα. Καμιά απάντηση.

«Όλα μια συνωμοσία ήταν». Ο Μαρκ Μπόλαν των ΤΡεξ έσιαξε το μεταξωτό του πουκάμισο.

«Μόλις φύγει ο πόνος έρχεται η ηδονή» είπε ο Σωκράτης.

Ο Αλμπέρ Καμύ τους έκλεισε το μάτι. «Ακούστε τον μεγάλο. Πασχίζουμε να κάνουμε τον θάνατο να φαίνεται κάτι ανώτερο, σημαντικό, ιδανικό. Μην τους κατηγορούμε τους ανθρώπους. Αυτή ήταν η μοίρα μας και η αποστολή μας».

«Πρέπει να αποδεχτούμε το πεπρωμένο μας» είπε ο Νίτσε.

«Και ποιο είναι αυτό; Ο πρόωρος θάνατος;» ρώτησε ο Σιντ.  Ήταν σχετικά καινούριος στο ΚαφεΧέντριξ.

«Τρέλα ή αυτοκτονία;» μίλησε ο Νίτσε.

«Απεικονίζουμε το θάνατο σαν κάτι ευγενές και ρομαντικό». Τον Μπάυρον τον έπιασε πάλι ο βήχας. Η ελονοσία που είχε κολλήσει στο Μεσολόγγι τον παίδευε ακόμη. «Δεν ξέρω καν τι ιδέα έχουν για μένα. Με είπαν δαίμονα. Στην Ελλάδα πάντως με λάτρεψαν. Ο θάνατος, αδέρφια, είναι κάτι σάπιο, δεν υπάρχει αμφιβολία γι’ αυτό».

Στην άλλη άκρη του καφενείου, ο Τζην Βίνσεντ, τραγουδιστής του ροκ εν ρολ, έβαλε τα κλάματα.

Ο Νέστωρ Μάχνο ξαναγέμισε το ποτήρι του με αψίνθι και το κατέβασε μονοκοπανιά.

Ο Σιντ τον πλησίασε διστακτικά. «Σου άρεσε καμιά συναυλία μας;» τον ρώτησε.

«Όχι όλα όσα συνέβαιναν εκεί. Στην αρχή, ξέρεις, είχα μεγάλες ελπίδες και περίμενα πολλά από σας ξέρεις, το κοινό θα μπορούσε να ξεσηκωθεί ύστερα από μια συναυλία κι όλα τα καθάρματα αυτού του κόσμου να τα πάρει και να τα σηκώσει». Ο Μάχνο ξαναβούλιαξε στην πολυθρόνα του. «Αλλά, δυστυχώς …. τίποτα…. απολύτως τίποτα».

«Μην απελπίζεσαι, φίλτατε» τον έκοψε ο Σέλλεϋ. «Λένε ότι το πανκ κίνημα θα αναβιώσει».

«Τελικά, εσείς οι ροκάδες ποτέ δεν πειράξατε τα ιερά και τα όσια» είπε με παράπονο ο Μάχνο. «Ίσα που βοηθούσατε το κατεστημένο να τα ‘κονομήσει».

Άλλη μια βραδιά γεμάτη πίκρα στο ΚαφεΧέντριξ.

«Πρέπει κανείς να πεθαίνει μόνος του, ολότελα μόνος του, αλλά και να ζει μόνος του» είπε η τραγουδίστρια της μοναξιάς Τζάνις Τζόπλιν. «Δεν έχουμε εναλλακτική λύση» πρόσθεσε.

«Διάβασες το βιβλίο μου «Ο Μοναδικός και το Δικό του»;» την ρώτησε ο Στίρνερ.

«Οι δικοί μου αναρχικοί ήταν πάντα αθεράπευτα ρομαντικοί» είπε ο Ιούλιος Βερν. «Πού είναι η Ούλρικε Μάινχοφ; Δεν την είδα καθόλου απόψε».

«Οι ήρωές σου, φίλε μου Βερν, δεν ήταν ποτέ ολοκληρωμένοι αναρχικοί» τον έκοψε ο Μάχνο.  «Ήταν όλοι τόσο εξιδανικευμένοι, που θα μπορούσες να τους θεωρήσεις υποκατάστατα θρησκείας. Τα ‘χουμε ξαναπεί αυτά. Βαρέθηκα πια. Μπούχτισα».

Ο Σίντ έχασε πάλι στα χαρτιά. Πήγε στο παράθυρο και κοίταξε έξω, τη γκρίζα ομίχλη της αιωνιότητας.

«Μη στεναχωριέσαι νεαρέ» τον παρηγόρησαν ταυτόχρονα ο Μπάυρον κι ο Τζίμι Χέντριξ, ενώ λίγο πιο πέρα ο Έλβις Πρίσλεϋ έπαιρνε πάλι τα χάπια του. «Δεν τα πήγες κι άσχημα, ξέρεις. Τι λες για τις κονκάρδες «Ο Σιντ είναι αθώος» ή «Ο Σιντ ζει»;»

«Σήμερα ο θάνατος φέρνει πολύ χρήμα» είπε ο Σέλλεϋ. «Όχι όπως παλιά … αν και, δε λέω, βοήθησε στις πωλήσεις των ποιημάτων μου. Ποιος ξέρει τι θα ‘καναν άμα πέθαινα σήμερα. Πόστερς Σέλλεϋ. Στυλό Σέλλεϋ».

«Εγώ δεν είχα καθόλου πρόβλημα μάρκετινγκ» είπε ο Χριστός. «Οι οπαδοί μου όλο αυξάνονταν».

«Ας μην ήμουν εγώ και θα ‘βλεπες τι θα ήσουνα σήμερα» είπε ο Απόστολος Παύλος.

«Είσαι σνομπ» του είπε ο Όσκαρ Ουάιλντ.

«Χωρίς τις μεσοαστικές τάξεις δεν θα ήσασταν τίποτα» είπε ο Χριστός.

«Δεν καταλαβαίνουμε τίποτα» είπαν ταυτόχρονα ο Σιντ κι ο Μάχνο. «Ούτε και θέλουμε να καταλάβουμε».

Ο Σιντ άρχισε να τραγουδάει το «Αναρχία στο Ηνωμένο Βασίλειο».

«Οι πολιτικά αγράμματοι αρχίζουν τις επαναστάσεις» είπε ο Μάχνο. «Και οι πολιτικά εγγράμματοι τις χάνουν».

«Πολύ κρύο κάνει εδώ μέσα» είπε ο ποιητής Ντύλαν Τόμας.

«Τι θα ‘κανες αγάπη μου» είπε η Νάνσυ στον Σιντ «άμα ξαναζωντανεύαμε;»

«Θα σε πήδαγα!»

«Εγώ θα γινόμουν μηδενιστής» είπε ο Μάχνο.

Ο Νέστορ Μάχνο σήκωσε το ποτήρι του. «Ας πιούμε στην υγεία ενός ακόμη βαρετού απογεύματος μέσα στα άπειρα της αιωνιότητας».

«Άει γαμήσου!» είπε ο Σιντ. Πήγε προς την πόρτα και προσπάθησε να την ανοίξει.

«Λυπάμαι, φίλε» είπε ο Σέλλεϋ. «Η πόρτα αυτή εδώ και χιλιάδες χρόνια ανοίγει μόνο από έξω, ποτέ από μέσα. Κατάλαβες; Αδιέξοδο. Πλήρες αδιέξοδο».
____________________________________________________________

Michael Moorcock
«The Great Rock ‘n’ Roll Swindle» (1987)
Μετάφραση: Παύλος Παυλίδης

http://wp.me/p1pa1c-9sl


Η ιστορία του ΙΚΑ

απο το Parisk.gr

Εν αρχή ο Θεός γέμισε τη γη με μπρόκολο, κουνουπίδι και σπανάκι, πράσινα, κίτρινα και κόκκινα λαχανικά όλων των ειδών, ώστε ο άνδρας και η γυναίκα να ζήσουν υγιεινά και παντοτινά.

Ο σατανάς όμως δημιούργησε τα Haagen Dazs και τα διάφορα cookies.

Και ρώτησε: «Λίγη ακόμη σάλτσα βύσσινου;» και ο άνδρας απήντησε: «Ευχαρίστως!» και η γυναίκα πρόσθεσε: «Παρακαλώ για μένα άλλη μια ζεστή βάφλα με σαντιγύ!».

Και έτσι πήραν και οι δύο από 5 κιλά .

Και ο Θεός δημιούργησε το γιαούρτι, ώστε να διατηρήσει η γυναίκα το σώμα της όπως άρεσε στον άνδρα.

Και ο σατανάς δημιούργησε από το σιτάρι το άσπρο αλεύρι και από το ζαχαροκάλαμο τη ζάχαρη και τα συνδύασε.

Και η γυναίκα άλλαξε νούμερο στην ένδυσή της και πήγε από το 38 στο 46.

Και έτσι είπε ο Κύριος: «Δοκίμασε το φρέσκο μαρούλι μου!»

Και ο σατανάς εφεύρε το ντρέσσιγκ και το σκορδόψωμο ως συνοδευτικά.

Και οι άνδρες και οι γυναίκες μετά από αυτή την απόλαυση άνοιξαν τις ζώνες τους κατά τουλάχιστον μία τρύπα.

Ο Κύριος όμως είπε: «Σας έδωσα φρέσκα λαχανικά και ελαιόλαδο, στο οποίο να μαγειρεύετε υγιεινά!»

Και ο σατανάς συνόδεψε τα φαγητά αυτά με δεύτερο πιάτο, από νόστιμες μπουκίτσες από ψωμάκια, τυράκια camembert, αστακό σε βούτυρο μυρωδάτο και φιλετάκια κοτόπουλου.

Και οι τιμές χοληστερίνης του ανθρώπου ανέβηκαν στα ουράνια.

Ετσι ο Θεός έδωσε στον άνθρωπο αθλητικά παπούτσια, ώστε να χάσει μερικά κιλά με την άθληση..

Και ο σατανάς δημιούργησε την δορυφορική τηλεόραση και τα DVD μαζί με τα τηλεχειριστήρια, για να μην κουράζεται ο άνθρωπος με το ζάπινγκ.

Και οι άνδρες και οι γυναίκες γελούσαν και έκλαιγαν μπροστά την οθόνη και άρχισαν να φοράνε ελαστικές φόρμες αδυνατίσματος.

Ετσι ο Θεός δημιούργησε την πατάτα, φτωχή σε λίπος και κάλιο και γεμάτη θρεπτικές ουσίες.

Και ο σατανάς αφαίρεσε την φλούδα και έκοψε το εσωτερικό της σε πατατάκια, τα οποία τηγάνησε και τα κάλυψε με πολύ αλάτι..

Και ο άνθρωπος πήρε μερικά κιλά ακόμη…

Ο Θεός όμως έφερε το άπαχο κρέας, ώστε τα τέκνα του να χορταίνουν προλαμβάνοντας λιγότερες θερμίδες.

Και ο σατανάς έφερε τα Goodys και το τσίζμπουργκερ των 99 λεπτών.

Και ρώτησε ο σατανάς: «Θέλεις και τηγανητές πατάτες;»

Και είπε ο άνθρωπος: «Βεβαίως, μια μεγάλη μερίδα με μαγιονέζα!».

Kαι σχολίασε ο σατανάς: «Ετσι μπράβο!»

Και ο άνθρωπος έπαθε έμφραγμα.

Και ο Θεός αναστέναξε και δημιούργησε το τετραπλό μπαϊ-πάς της καρδιάς.

Και τότε ο σατανάς είπε ‘είπαμε να παίζουμε τίμια’… …Και δημιούργησε το ΙΚΑ.

υγ : οι αναφορές σε πολυεθνικές είναι ευθήνη του αρχικού ποστ και ουδεμία όρεξη είχα για διαφήμηση αυτών…παρακαλώ να είστε ευγενικοί και να μην χρησιμοποιηθεί
εναντιον μου σε μελλοντικούς καυγαδες.Οποιος εχει αντιρρηση να το πει τωρα…. 🙂 🙂 🙂

υγ βου: για ολα φταιει ο Θεός,ο Λούπης,η wordpress κ το ΔΝΤ…..

 

 

σατανάκος

http://wp.me/p1pa1c-986


Charles Pierre Baudelaire

Παρίσι, 9 Απριλίου 1821 – 31 Αυγούστου 1867

O Μποντλέρ, φωτογραφία του Nadar.

 

(περισσότερα…)


Έκρηξη πριν από λίγα λεπτά στο κέντρο της Αθήνας

εκρηξη πριν απο λιγο σε γνωστο εστιατοριο επι της Πανεπιστημιου.

απο διερχόμενο φίλο….

Στο εστιατοριο βρισκονταν βουλευτες και υψηλα προσωπα.

Από την έκρηξη προκλήθηκαν σημαντικές ζημιές στο κτήριο και τρία σταθμευμένα αυτοκίνητα.

Eίχε προηγηθεί προειδοποιητικό τηλεφώνημα  απο γνωστό πολίτικο που ζήτησε φαγητό για 10 ατομα κ εμφανιστηκε μονο ενας. Ο εκρηκτικός μηχανισμός είχε κάτσει μόνος κ απολάμβανε το δείπνο του.Από την έκρηξη εκδηλώθηκε  μεγάλο οστικό κυμα και πυκνοί μαύροι καπνοί κάλυψαν τον ουρανό.

Η έκρηξη που σημειώθηκε ήταν τόσο ισχυρή ώστε ακούστηκε στα Χανιά . Σύμφωνα με τις πρώτες πληροφορίες δεν υπάρχει τραυματισμός, ενώ οι αστυνομικές δυνάμεις έχουν αποκλείσει την περιοχή.

Από μαρτυρίες που συνέλεξε η αστυνομία, στην περιοχή υπήρχε έντονη μυρωδιά συκοταριάς μετά την έκρηξη και εκτιμάται ότι πιθανόν να χρησιμοποιήθηκαν κοιλιδάκια ως εκρηκτική ύλη.

Η περιοχή παραμένει αποκλεισμένη για λόγους ασφαλείας, ενώ άνδρες του υγειονομικού ερευνούν το κτίριο  για εστίες μπόχας.

πρωτο βιντεο της έκρηξης εδω. θα ακολουθησουν πιθανον κι αλλα…

μανικάκος 1/4/2011

μέρα που ξημερωνει,ας ευχηθουμε καλά γιαουρτια στους εορτάζοντες με ενα τραγουδακι «συμβολικό«……

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

ψευτολινκ    http://wp.me/p1pa1c-94m

ου ρε