δαγκανίδια άνευ λόγου ….

Πες στη Μορφίνη,ακόμα την ψάχνω

απο το Amores Perros

«Η Μορφίνη στην πόλη: μια παρδαλή γάτα σαν πατσαβούρι κι ένας αλλιώτικος κόσμος μέσα στον κόσμο. Στους δρόμους, τις αυλές και τις ταράτσες του, πλάσματα της νύχτας, σχεδόν ανίδεα ή αδιάφορα για την πρωινή πραγματικότητα, επιβιώνουν με τους δικούς τους νόμους και την καταδικιά τους βέβηλη γλώσσα, παίζοντας πότε με σκληρότητα και αγριάδα, πότε με τρυφερότητα και σωτήριο χιούμορ. Σ’ αυτό το περιθώριο ανάμεσα στην παρανομία και την έκσταση, σ’ αυτό τον κώδικα ανάμεσα στην απάθεια και την απόλυτη έκφραση ακροβατεί το κεντρικό πρόσωπο του μύθου.»

Δεν πρόκειται για την ταινία, αλλά για το βιβλίο στο οποίο βασίστηκε. Όπου ναι μεν ήξερες κάποια πράγματα, αλλά το βιβλίο είναι απέιρως γοητευτικότερο.
Το κεντρικό θέμα του είναι η σχέση του πρωταγωνιστή Ρίκυ με το γατί του, τη Μορφίνη. Από ‘κεί και πέρα γινόμαστε μάρτυρες της ιδιαίτερης ζωής του, που είναι πάντα στα άκρα, που ξεπερνά καθημερινά τα όρια, που είναι τόσο στο περιθώριο όσο και στην παρανομία. Και μέσα σ’όλα η ελληνική κοινωνία, αληθινή, γήινη, ξεμπροστιασμένη.
Οι ήρωες του βιβλίου, ή μάλλον οι αντιήρωες βρίζουν, πίνουν, καπνίζουν

χόρτο, παίρνουν τριπάκια, αλλά ταυτόχρονα ονειρεύονται, γουστάρουν με το κάθε τι απλό και μικρό, αρκούνται στα λίγα και σημαντικά, ξέρουν τι θα πει φιλία.
Οι άνθρωποι που τους περιτριγυρίζουν, είναι ως επί το πλήστον υποκριτές, τους αντιμετωπίζουν ρατσιστικά, οι σχέσεις μεταξύ τους είναι ψεύτικες, δεν υπάρχει νόμος, δεν υπάρχει κράτος, δεν υπάρχει τίποτα. Κάθε μέρα συμβιβάζονται, βολεύονται, συμμορφώνονται. Δεν ζούνε.
Όλο αυτό περνά και από τη γλώσσα του βιβλίου: σκληρή και βίαιη, η «γλώσσα του πεζοδρομίου» αλλά ταυτόχρονα ζωντανή και σταράτη. Γραμμένο σε πρώτο πρόσωπο, σαν εξομολόγηση που μοιάζει με χείμαρρο. Η συγγραφέας δεν κρύβεται, δεν είναι κάτι άλλο από αυτό που παρουσιάζει. Και παρ’όλα αυτά καταφέρνει να μας δώσει ένα βιβλίο εκπληκτικό, απ’το οποίο ξεχειλίζει η «μαγκιά» απ’τη μία και ο ρεαλισμός απ’την άλλη. Ταυτόχρονα μας ανοίγει ένα παράθυρο στον κόσμο, και μας δείχνει μια άλλη πλευρά του..
Με σημάδεψε νομίζω, θα το θυμάμαι σίγουρα τόσο λόγω της αστυνομικής πλοκής, όσο και από άποψη ύφους και γλώσσας. Α! Και έχει κάποια κομμάτια ονειρεμένα..

Ο ήλιος είναι χρυσοκόκκινος και βγαίνει από μένα. Έχει μουδιάσει ο λαιμός μου, σαν άμα σου’ρχεται να κλάψεις, αλλά δεν κλαίω. Το φεγγάρι από πάνω μια έρχεται μια φεύγει, αλλά τελικά το βλέπω όπως είναι στρογγυλό. Όχι μια ηλίθια χαλκομανία κολλημένη σ’έναν ηλίθιο, γαλάζιο τίχο. Έχει σηκώσει κύμα, μπορώ και βλέπω στο βυθό, γουστάρω να μπω μέσα, αλλά ξέρω ότι είναι το τριπ. Κι ας λένε όλοι οι μαλάκες ότι δεν ξέρεις τι σου γίνεται. Σκέφτομαι πιο σβέλτα απ’όσο ανασαίνω, δεν προφταίνω, μου’φυγε η σκέψη, σκατά! Το κύμα με βρέχει. Ο βράχος ζεστός και ζωντανός μ’αγκαλιάζει, αλλά μόνο εγώ το ξέρω. Οι άλλοι μόνο τον πατάνε. Έρχεται ένα πιτσιρίκι και μου χαμογελάει.
-Βράχηκες! Δεν κρυώνεις; ρωτάει.
– Είναι ζεστή η θάλασσα. Και μ’αγαπάει!..

μανικακος…….

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s